107 αποτελέσματα για «酸»

酸洗 さんせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποξείδωση, η εμβάπτιση ενός μετάλλου σε όξινο διάλυμα για την απομάκρυνση ακαθαρσιών
酸化ジルコニウム さんかジルコニウム

ουσιαστικό

  1. 01 οξείδιο του ζιρκονίου, ζιρκόνιο
酸性泉 さんせいせん

ουσιαστικό

  1. 01 όξινη πηγή
酸塩基平衡 さんえんきへいこう

ουσιαστικό

  1. 01 οξεοβασική ισορροπία
酸化数 さんかすう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός οξείδωσης
酸辣湯 サンラータン

ουσιαστικό

  1. 01 καυτερή και ξινή σούπα
酸性白土 さんせいはくど

ουσιαστικό

  1. 01 οξύ πηλός
酸橘 すだち

ουσιαστικό

  1. 01 σουτάτσι (είδος ιαπωνικού εσπεριδοειδούς, Citrus sudachi)
酸茎 すぐき

ουσιαστικό

  1. 01 τοπικό τουρσί του Κιότο που παρασκευάζεται από ένα λαχανικό που μοιάζει με γογγύλι
酸葉 すいば

ουσιαστικό

  1. 01 λάπαθο (Rumex acetosa), κοινό λάπαθο, λάπαθο του κήπου, σπανάκι του βουνού
酸化ヒ素 さんかヒそ

ουσιαστικό

  1. 01 τριόξείδιο του αρσενικού, λευκό αρσενικό (As2O3)
  2. 02 πεντοξείδιο του αρσενικού (As2O5)
酸中毒 さんちゅうどく

ουσιαστικό

  1. 01 οξέωση
酸性岩 さんせいがん

ουσιαστικό

  1. 01 όξινο πέτρωμα
酸性肥料 さんせいひりょう

ουσιαστικό

  1. 01 όξινο λίπασμα
酸性食品 さんせいしょくひん

ουσιαστικό

  1. 01 όξινα τρόφιμα
酸性酸化物 さんせいさんかぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 όξινο οξείδιο
酸基 さんき

ουσιαστικό

  1. 01 οξύ ρίζα
酸化ストレス さんかストレス

ουσιαστικό

  1. 01 οξειδωτικό στρες
酸血症 さんけつしょう

ουσιαστικό

  1. 01 οξεραιμία
酸素アセチレン炎 さんそアセチレンえん

ουσιαστικό

  1. 01 οξυασετυλενική φλόγα