219 αποτελέσματα για «野»

野の花 ののはな

ουσιαστικό

  1. 01 αγριολούλουδα
野生化 やせいか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξαγρίωση (ενός είδους), επιστροφή στην άγρια κατάσταση, απόδραση και προσαρμογή στο φυσικό περιβάλλον
野菊 のぎく

ουσιαστικό

  1. 01 άγριο χρυσάνθεμο, αστέρας
野趣 やしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αγροτική ομορφιά, αγροτικότητα, εξοχική γοητεία
野良仕事 のらしごと

ουσιαστικό

  1. 01 αγροτική εργασία, αγροτική δουλειά
野球チーム やきゅうチーム

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα μπέιζμπολ
野菜を作る やさいをつくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 καλλιεργώ λαχανικά
野太刀 のだち

ουσιαστικό

  1. 01 εξαιρετικά μακρύ σπαθί
野狐 のぎつね

ουσιαστικό

  1. 01 άγρια αλεπού
  2. 02 μυθική αλεπού με την ικανότητα να καταλαμβάνει ανθρώπους
野外活動 やがいかつどう

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθρια δραστηριότητα
野道 のみち

ουσιαστικό

  1. 01 μονοπάτι σε χωράφι
野菜畑 やさいばたけ

ουσιαστικό

  1. 01 λαχανόκηπος, περιβόλι, κήπος λαχανικών
野牛 やぎゅう

ουσιαστικό

  1. 01 βούβαλος
野に下る やにくだる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποχωρώ από την κυβερνητική υπηρεσία
野天 のてん

ουσιαστικό

  1. 01 υπαίθριος, ύπαιθρος
野球拳 やきゅうけん

ουσιαστικό

  1. 01 γιακιούκεν, παραλλαγή της πέτρας-ψαλιδιού-χαρτιού όπου ο χαμένος αφαιρεί ένα ρούχο (παρόμοιο με το strip poker)
野手 やしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αμυντικός παίκτης
野末 のずえ

ουσιαστικό

  1. 01 άκρες ενός χωραφιού, άκρα αγρού
野生生物 やせいせいぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 άγρια πανίδα και χλωρίδα
野薔薇 のいばら

ουσιαστικό

  1. 01 πολυανθής τριανταφυλλιά (Rosa multiflora), μικρή τριανταφυλλιά, ιαπωνική τριανταφυλλιά