347 αποτελέσματα για «長»
長編 ちょうへん N1
ουσιαστικό
- 01 εκτενές έργο, μυθιστόρημα, ταινία μεγάλου μήκους, εκτενές ποίημα
長じる ちょうじる
ρήμα
- 01 μεγαλώνω, ενηλικιώνομαι
- 02 διαπρέπω, υπερέχω σε κάτι
長門 ながと
ουσιαστικό
- 01 Ναγκάτο (πρώην επαρχία που βρισκόταν στα δυτικά του σημερινού νομού Γιαμαγκούτσι)
長きに渡る ながきにわたる
άλλο, ρήμα
- 01 μακροχρόνιος, παρατεταμένος, για μεγάλο χρονικό διάστημα
長針 ちょうしん
ουσιαστικό
- 01 μεγάλος δείκτης, δείκτης των λεπτών
長期化 ちょうきか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιμήκυνση, παράταση
長期滞在 ちょうきたいざい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μακροχρόνια διαμονή
長物 ちょうぶつ
ουσιαστικό
- 01 μακρύ αντικείμενο
- 02 άχρηστα πράγματα, αντικείμενο χωρίς χρηστική αξία
長細い ながほそい
επίθετο
- 01 μακρόστενος
長考 ちょうこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μακρόχρονη σκέψη, εξαντλητική εξέταση, περίσκεψη, προβληματισμός
長風呂 ながぶろ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρατεταμένο λουτρό, παραμονή στο μπάνιο για πολλή ώρα
長雨 ながあめ
ουσιαστικό
- 01 παρατεταμένη περίοδος βροχοπτώσεων
長電話 ながでんわ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μακρόσυρτη τηλεφωνική συνομιλία, παρατεταμένη παραμονή στο τηλέφωνο
長短 ちょうたん N2
ουσιαστικό
- 01 σχετικό μήκος
- 02 πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα, θετικά και αρνητικά, δυνατά και αδύνατα σημεία, προτερήματα και ελαττώματα
長火鉢 ながひばち
ουσιαστικό
- 01 παραλληλόγραμμο μαγκάλι
長湯 ながゆ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρατεταμένο, χαλαρωτικό λουτρό
長年の夢 ながねんのゆめ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 πολυπόθητο όνειρο
長襦袢 ながじゅばん
ουσιαστικό
- 01 μακρύ ένδυμα που μοιάζει με κιμονό, κατασκευασμένο από ελαφρύ ύφασμα και φοριέται κάτω από το κιμονό, εσώρουχο κιμονό
長弓 ちょうきゅう
ουσιαστικό
- 01 μακρύ τόξο
長江 ちょうこう
ουσιαστικό
- 01 Γιανγκτσέ (Κίνα), ποταμός Τσανγκ Τσιανγκ
- 02 μακρύς ποταμός