72 αποτελέσματα για «除»

除日 じょじつ

ουσιαστικό

  1. 01 παραμονή Πρωτοχρονιάς
除爪 じょそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νυχοτομή
除害 じょがい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομάκρυνση (κάτι επικίνδυνου ή επιβλαβούς)
除毒 じょどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομάκρυνση δηλητηρίου, εξυγίανση (π.χ. νερού)
除湿剤 じょしつざい

ουσιαστικό

  1. 01 αφυγραντικό μέσο
除夕 じょせき

ουσιαστικό

  1. 01 παραμονή Πρωτοχρονιάς
除角 じょかく

ουσιαστικό

  1. 01 αποκερατισμός
除氷 じょひょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποπάγωση, ξεπάγωμα
除皮質 じょひしつ

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 αποφλοίωση
除皮質硬直 じょひしつこうちょく

ουσιαστικό

  1. 01 αποφλοιωτική ακαμψία
除脳硬直 じょのうこうちょく

ουσιαστικό

  1. 01 αποεγκεφαλισμένη ακαμψία
  1. 01 αποκλείω
  2. 02 διαίρεση (π.χ. x/3)
  3. 03 αφαιρώ, απομακρύνω
  4. 04 καταργώ
  5. 05 ακυρώνω
  6. 06 εκτός, εκτός από