883 αποτελέσματα για «不»

不凍栓 ふとうせん

ουσιαστικό

  1. 01 βαλβίδα προστασίας από τον παγετό
不払い労働 ふばらいろうどう

ουσιαστικό

  1. 01 απλήρωτη εργασία
不挨拶 ぶあいさつ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αγένεια, απρέπεια
不在届け ふざいとどけ

ουσιαστικό

  1. 01 ειδοποίηση απουσίας, έντυπο αίτησης για συγκράτηση της αλληλογραφίας από το ταχυδρομείο κατά τη διάρκεια παρατεταμένης απουσίας
  2. 02 ειδοποίηση μη παραδοθέντος δέματος
不良画素 ふりょうがそ

ουσιαστικό

  1. 01 ελαττωματικό εικονοστοιχείο (σε οθόνη υγρών κρυστάλλων)
不平衡 ふへいこう

ουσιαστικό

  1. 01 ανισορροπία, έλλειψη ισορροπίας
不沈空母 ふちんくうぼ

ουσιαστικό

  1. 01 αβύθιστο αεροπλανοφόρο
不要物 ふようぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 απορρίμματα, άχρηστο υλικό
不規則活用 ふきそくかつよう

ουσιαστικό

  1. 01 ανώμαλη κλίση
不定代名詞 ふていだいめいし

ουσιαστικό

  1. 01 αόριστη αντωνυμία
不動産所得 ふどうさんしょとく

ουσιαστικό

  1. 01 εισόδημα από ακίνητη περιουσία
不動産登記法 ふどうさんとうきほう

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος περί καταχώρισης ακίνητης περιουσίας
不幸の手紙 ふこうのてがみ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αλυσιδωτή επιστολή που υπόσχεται κακοτυχία αν διακόψεις την αλυσίδα
不透明度 ふとうめいど

ουσιαστικό

  1. 01 αδιαφάνεια
不活性気体 ふかっせいきたい

ουσιαστικό

  1. 01 αδρανές αέριο
  2. 02 ευγενές αέριο
不許 ふきょ

ουσιαστικό

  1. 01 έλλειψη άδειας, μη έγκριση
不安定就業 ふあんていしゅうぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 ασταθής απασχόληση
不輸不入 ふゆふにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 απαλλαγή από φορολογία και έλεγχο
不開港 ふかいこう

ουσιαστικό

  1. 01 κλειστό λιμάνι (φουκαϊκό)
不法占拠 ふほうせんきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράνομη κατάληψη (π.χ. οικίας, γης κ.λπ.), αυθαίρετη κατάληψη