143 αποτελέσματα για «乗»

乗り合わす のりあわす

ρήμα

  1. 01 τυχαίνει να συνταξιδεύω, μοιράζομαι ένα όχημα
乗りにくい のりにくい

επίθετο

  1. 01 δύσκολος στην οδήγηση, δύσκολος στην επιβίβαση
乗り鉄 のりてつ

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηροδρομικός λάτρης που απολαμβάνει τις διαδρομές με τρένο
乗船場 じょうせんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο επιβίβασης σε πλοίο, προβλήτα επιβίβασης
乗り取る のりとる

ρήμα

  1. 01 καταλαμβάνω, υπεξαιρώ
乗っ込み のっこみ

ουσιαστικό

  1. 01 μετακίνηση στα ρηχά, αναπαραγωγική μετανάστευση, η μετακίνηση των ψαριών από τα βαθιά στα ρηχά νερά κατά την περίοδο της αναπαραγωγής
乗り損なう のりそこなう

ρήμα

  1. 01 χάνω (π.χ. τρένο, αεροπλάνο)
乗合バス のりあいバス

ουσιαστικό

  1. 01 λεωφορείο τακτικής συγκοινωνίας, αστικό λεωφορείο, λεωφορείο γραμμής
乗り馬 のりうま

ουσιαστικό

  1. 01 άλογο ιππασίας, ίππος προς ιππασία
乗車位置 じょうしゃいち

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο επιβίβασης (π.χ. στην αποβάθρα του τρένου)
乗算器 じょうざんき

ουσιαστικό

  1. 01 πολλαπλασιαστής (γραπτός)
乗っ取り事件 のっとりじけん

ουσιαστικό

  1. 01 αεροπειρατεία, κατάληψη
乗車駅 じょうしゃえき

ουσιαστικό

  1. 01 σταθμός επιβίβασης
乗り乗り のりのり

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σε μεγάλη διάθεση, ενθουσιασμένος, γεμάτος ενέργεια
乗換案内 のりかえあんない

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσία εύρεσης δρομολογίων (κατοχυρωμένο εμπορικό σήμα για σύστημα εύρεσης ανταποκρίσεων που εκδίδεται από την Jorudan)
乗り入る のりいる

ρήμα

  1. 01 εισέρχομαι οδικώς ή με όχημα σε έναν χώρο
乗り換え案内 のりかえあんない

ουσιαστικό

  1. 01 πληροφορίες μετεπιβίβασης (π.χ. αλλαγή τρένου), πληροφορίες αλλαγής δρομολογίου
乗除 じょうじょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πολλαπλασιασμός και διαίρεση
乗り越し のりこし N2

ουσιαστικό

  1. 01 υπέρβαση του προορισμού κατά τη μετακίνηση με μέσο μεταφοράς
乗り逃す のりのがす

ρήμα

  1. 01 χάνω (τρένο, πλοίο)