179 αποτελέσματα για «仕»

仕切り屋 しきりや

ουσιαστικό

  1. 01 αυταρχικό άτομο, άτομο που αναλαμβάνει ρόλο διευθυντή με δική του πρωτοβουλία, επιβλητικός τύπος
仕事運 しごとうん

ουσιαστικό

  1. 01 η τύχη κάποιου όσον αφορά την επαγγελματική του πορεία
仕出し屋 しだしや

ουσιαστικό

  1. 01 επιχείρηση κέτερινγκ, τροφοδότης
仕着せ しきせ

ουσιαστικό

  1. 01 ενδυμασία υπηρετών που παρέχεται από τον εργοδότη, στολή
仕立て直し したてなおし

ουσιαστικό

  1. 01 μεταποίηση (ειδικότερα για κοστούμια και κιμονό), επαναραφή, ανακατασκευή
仕事師 しごとし

ουσιαστικό

  1. 01 εργάτης, επιχειρηματίας, ραδιούργος
仕出し弁当 しだしべんとう

ουσιαστικό

  1. 01 πακέτα γευμάτων για διανομή, γεύμα catering
仕事の鬼 しごとのおに

ουσιαστικό

  1. 01 εργασιομανής, άτομο που δουλεύει ακατάπαυστα
仕立物 したてもの

ουσιαστικό

  1. 01 ράψιμο, ραπτική, καινούργια ραμμένα ρούχα
仕置場 しおきば

ουσιαστικό

  1. 01 τόπος εκτέλεσης
仕舞い じまい

επίθημα

  1. 01 τέλος, σταμάτημα, κλείσιμο
  2. 02 ολοκλήρωση προτού προλάβει κανείς να κάνει κάτι που ήθελε ή σκόπευε να κάνει
仕事関係者 しごとかんけいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 συνεργάτης, επαγγελματική επαφή
仕掛け爆弾 しかけばくだん

ουσιαστικό

  1. 01 παγίδα με εκρηκτικά, εκρηκτική παγίδα
仕手戦 してせん

ουσιαστικό

  1. 01 κερδοσκοπική μάχη μεγάλης κλίμακας
仕入れ価格 しいれかかく

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή αγοράς, τιμή κτήσης
仕掛け花火 しかけはなび

ουσιαστικό

  1. 01 πυροτέχνημα με μηχανισμό
仕事の虫 しごとのむし

ουσιαστικό

  1. 01 εργασιομανής, άτομο που είναι ολοκληρωτικά αφοσιωμένο στη δουλειά του
仕向け しむけ

ουσιαστικό

  1. 01 παράδοση, αποστολή, μεταχείριση
仕事中毒者 しごとちゅうどくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 εργασιομανής
仕損ずる しそんずる

ρήμα

  1. 01 σφάλλω, αποτυγχάνω, κάνω λάθος