132 αποτελέσματα για «他»

他書 たしょ

ουσιαστικό

  1. 01 άλλο βιβλίο, έτερο βιβλίο
他姓 たせい

ουσιαστικό

  1. 01 άλλο επώνυμο
他者性 たしゃせい

ουσιαστικό

  1. 01 ετερότητα, αλλοτρίτητα, κατάσταση του να είναι κανείς διαφορετικός
他化自在天 たけじざいてん

ουσιαστικό

  1. 01 παρανιρμιτα-βασαβαρτιν, ουρανός όπου κάποιος ελέγχει τις εκπορεύσεις των άλλων
他動 たどう

ουσιαστικό

  1. 01 μεταβατικό ρήμα
他所は他所、うちはうち よそはよそ、うちはうち

άλλο

  1. 01 ο καθένας έχει τους δικούς του κανόνες, εμείς είμαστε εμείς και οι άλλοι είναι οι άλλοι
他人に厳しく自分に甘い たにんにきびしくじぶんにあまい

άλλο, επίθετο

  1. 01 αυστηρός με τους άλλους αλλά επιεικής με τον εαυτό του
他市 たし

ουσιαστικό

  1. 01 άλλη πόλη, άλλες πόλεις
他見 たけん

ουσιαστικό

  1. 01 θέαση από άλλους, επίδειξη σε άλλους
他所 たしょ

ουσιαστικό

  1. 01 άλλο μέρος, αλλού
  2. 02 μετακόμιση (σε άλλο μέρος)
他用 たよう

ουσιαστικό

  1. 01 άλλη δουλειά
  2. 02 άλλη χρήση, χρήση για διαφορετικό σκοπό
他愛 たわい

ουσιαστικό

  1. 01 λογική, σωφροσύνη, σύνεση και διακριτικότητα
  2. 02 μέθη
他責 たせき

ουσιαστικό

  1. 01 μεταθέτω την ευθύνη σε άλλους, κατηγορώ τους άλλους, (παίζω το) παιχνίδι των ευθυνών
他説 たせつ

ουσιαστικό

  1. 01 άλλες θεωρίες
他害 たがい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόκληση βλάβης σε άλλους
他年 たねん

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 κάποια άλλη χρονιά, κάποια στιγμή
他心 たしん

ουσιαστικό

  1. 01 ξένη πρόθεση, μυστικός σκοπός, απώτερο κίνητρο, κακόβουλη πρόθεση, ευμεταβλητότητα, διγλωσσία
他人迷惑 たにんめいわく

ουσιαστικό

  1. 01 κοινωνική ενόχληση (περιλαμβάνει την αναστάτωση και την ταλαιπωρία) που προκαλείται σε τρίτους
他地 たち

ουσιαστικό

  1. 01 άλλο μέρος
他色 たしょく

ουσιαστικό

  1. 01 αποχρωματισμός ορυκτού λόγω προσμείξεων (αποχρωματισμός)