299 αποτελέσματα για «半»
半夜 はんや
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 μεσάνυχτα
半ば過ぎ なかばすぎ
ουσιαστικό
- 01 λίγο μετά το μέσο
半目 はんめ
ουσιαστικό
- 01 μισάνοιχτα μάτια
半農 はんのう
ουσιαστικό
- 01 ημιαπασχόληση στη γεωργία
半ダース はんダース
ουσιαστικό
- 01 μισή ντουζίνα
半同棲 はんどうせい
ουσιαστικό
- 01 ημισυγκατοίκηση, το να περνά κανείς τις περισσότερες νύχτες με τον σύντροφό του
半裸体 はんらたい
ουσιαστικό
- 01 ημίγυμνος
- 02 ημίγυμνος
半焼 はんしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μερική καταστροφή από φωτιά
半弓 はんきゅう
ουσιαστικό
- 01 μικρό τόξο
半ドン はんドン
ουσιαστικό
- 01 μισή ημέρα αργίας
- 02 έκτος γύρος (σε παιχνίδι 12 γύρων)
半開 はんかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ημιανοικτός, μισάνοικτος
- 02 ημιπολιτισμένος
半金 はんきん
ουσιαστικό
- 01 μισό ποσό
半途 はんと
ουσιαστικό
- 01 στα μισά του δρόμου, ημιτελής
半角 はんかく
ουσιαστικό
- 01 χαρακτήρας μισού πλάτους (π.χ. romaji), χαρακτήρας ενός byte, τετράγωνο en
半乾き はんかわき
ουσιαστικό
- 01 ημιστέγνωτος
半国 はんごく
ουσιαστικό
- 01 μισή επαρχία
半可通 はんかつう
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 επιφανειακή γνώση, ατελής γνώση
- 02 άτομο με επιφανειακές γνώσεις, ημιμαθής, δήθεν γνώστης
半勃起 はんぼっき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ημιστήρωση, ημιέρεξη
半顔 はんがん
ουσιαστικό
- 01 το μισό πρόσωπο
半間 はんげん
ουσιαστικό
- 01 μισό κεν (3 σάκου, περίπου 0,91 μ.)