118 αποτελέσματα για «収»

収穫予想 しゅうかくよそう

ουσιαστικό

  1. 01 εκτίμηση σοδειάς
収税人 しゅうぜいにん

ουσιαστικό

  1. 01 εισπράκτορας φόρων
収益管理 しゅうえきかんり

ουσιαστικό

  1. 01 αύξηση κέρδους, αύξηση κερδοφορίας, διεύρυνση εσόδων, διαχείριση εσόδων
収容所群島 しゅうようじょぐんとう

ουσιαστικό

  1. 01 Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ (Αλεξάντρ Σολζενίτσιν)
収骨 しゅうこつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συλλογή οστών και λειψάνων (π.χ. σε πεδίο μάχης)
  2. 02 τοποθέτηση της τέφρας σε τεφροδόχο
収覧 しゅうらん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάκτηση, κερδίζω κάποιον με το μέρος μου
収着 しゅうちゃく

ουσιαστικό

  1. 01 προσρόφηση και απορρόφηση (συρόφηση)
収去 しゅうきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομάκρυνση, αφαίρεση
収没 しゅうぼつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσχεση περιουσίας
収れん剤 しゅうれんざい

ουσιαστικό

  1. 01 στυπτικό
収金 しゅうきん

ουσιαστικό

  1. 01 είσπραξη χρημάτων, εισπράξεις
収監状 しゅうかんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ένταλμα φυλάκισης
収監力 しゅうかんりょく

ουσιαστικό

  1. 01 χωρητικότητα κελιού φυλακής
収納額 しゅうのうがく

ουσιαστικό

  1. 01 εισπραττόμενο ποσό
収納係り しゅうのうかかり

ουσιαστικό

  1. 01 ταμίας εισπράξεων
収容設備 しゅうようせつび

ουσιαστικό

  1. 01 καταλύματα, υποδομές φιλοξενίας
収入金額 しゅうにゅうきんがく

ουσιαστικό

  1. 01 συνολικά έσοδα, χρηματικό ποσό εισοδήματος
収益成長率 しゅうえきせいちょうりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ρυθμός αύξησης εσόδων
収入機会 しゅうにゅうきかい

ουσιαστικό

  1. 01 ευκαιρία εσόδων
収穫逓減の法則 しゅうかくていげんのほうそく

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος της φθίνουσας απόδοσης, νόμος της φθίνουσας οριακής απόδοσης