105 αποτελέσματα για «呼»
呼び塩 よびじお
ουσιαστικό
- 01 αφαλάτωση (απομάκρυνση αλατιού) από αλατισμένα τρόφιμα, αλάτι που χρησιμοποιείται για την αφαλάτωση
呼び水式経済政策 よびみずしきけいざいせいさく
ουσιαστικό
- 01 μέτρα τόνωσης της οικονομίας
呼ばれるプログラム よばれるプログラム
ουσιαστικό
- 01 καλούμενο πρόγραμμα, υποπρόγραμμα
呼び出し法 よびだしほう
ουσιαστικό
- 01 τρόπος πρόσβασης
呼ぶプログラム よぶプログラム
ουσιαστικό
- 01 καλούν πρόγραμμα
呼出し列 よびだしれつ
ουσιαστικό
- 01 σειρά κλήσης
呼出側 よびだしがわ
ουσιαστικό
- 01 πλευρά κλήσης
呼処理 こしょり
ουσιαστικό
- 01 διαχείριση κλήσης
呼制御 こせいぎょ
ουσιαστικό
- 01 έλεγχος κλήσης
呼制御手順 こせいぎょてじゅん
ουσιαστικό
- 01 διαδικασία ελέγχου κλήσης
呼損率 こそんりつ
ουσιαστικό
- 01 ποσοστό απόρριψης κλήσεων
呼び出し側 よびだしがわ
ουσιαστικό
- 01 καλούν μέρους, αυτός που καλεί
呼吸鎖 こきゅうさ
ουσιαστικό
- 01 αναπνευστική αλυσίδα
呼び樋 よびどい
ουσιαστικό
- 01 γωνία, καμπύλη σωλήνα, υδρορροή
呼起 こき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανάκληση στη μνήμη, θύμηση
呼吸点 こきゅうてん
ουσιαστικό
- 01 ελευθερία (μιας πέτρας στο παιχνίδι γκο)
呼吸器学 こきゅうきがく
ουσιαστικό
- 01 πνευμονολογία
呼和浩特 フフホト
ουσιαστικό
- 01 Χουχοτό, πρωτεύουσα της Εσωτερικής Μογγολίας στην Κίνα
呼吸根 こきゅうこん
ουσιαστικό
- 01 πνευματοφόρος, αναπνευστική ρίζα
呼ぶ子 よぶこ
ουσιαστικό
- 01 σφυρίχτρα