247 αποτελέσματα για «土»
土饅頭 どまんじゅう
ουσιαστικό
- 01 τύμβος
土壌汚染 どじょうおせん
ουσιαστικό
- 01 ρύπανση του εδάφους
土俵入り どひょういり
ουσιαστικό
- 01 τελετουργική είσοδος των παλαιστών στο ντοχιό
土産品 みやげひん
ουσιαστικό
- 01 ενθύμιο
土質 どしつ
ουσιαστικό
- 01 εδάφος, ποιότητα εδάφους
土に帰る つちにかえる
άλλο, ρήμα
- 01 πεθαίνω
土建 どけん
ουσιαστικό
- 01 δημόσια έργα και κατασκευές
土百姓 どびゃくしょう
ουσιαστικό
- 01 γεωργός, χωρικός
土製 どせい
ουσιαστικό
- 01 πηλόμορφος, πήλινος
土石 どせき
ουσιαστικό
- 01 χώμα και πέτρες
土作り つちづくり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διατήρηση του εδάφους σε καλή κατάσταση
土匪 どひ
ουσιαστικό
- 01 τοπικοί αντάρτες
土台石 どだいいし
ουσιαστικό
- 01 θεμέλιος λίθος, ακρογωνιαίος λίθος
土佐弁 とさべん
ουσιαστικό
- 01 διάλεκτος της Τόσα
土用の丑の日 どようのうしのひ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ντογιό νο ούσι νο χι, ημέρα του βοδιού κατά την περίοδο ντογιό (παραδοσιακά συνδεδεμένη με την κατανάλωση χελιού)
土蔵造り どぞうづくり
ουσιαστικό
- 01 σπίτι χτισμένο όπως ένας ντοζού, με τοίχους καλυμμένους με λάσπη
土木建築 どぼくけんちく
ουσιαστικό
- 01 πολιτική μηχανική και κατασκευές
土手道 どてみち
ουσιαστικό
- 01 χωματόδρομος πάνω σε ανάχωμα, υπερυψωμένο μονοπάτι, δρόμος πάνω σε ανάχωμα
土着民 どちゃくみん
ουσιαστικό
- 01 ιθαγενείς, γηγενείς, αυτόχθονες, απομονωμένοι πληθυσμοί
土一揆 つちいっき
ουσιαστικό
- 01 εξέγερση χωρικών (περίοδος Μουρομάτσι)