233 αποτελέσματα για «安»

安南 アンナン

ουσιαστικό

  1. 01 Ανάν (παλαιά ονομασία για το Βιετνάμ)
安全保障理事会 あんぜんほしょうりじかい

ουσιαστικό

  1. 01 Συμβούλιο Ασφαλείας (του ΟΗΕ)
安眠妨害 あんみんぼうがい

ουσιαστικό

  1. 01 διατάραξη ύπνου, ενόχληση κατά τη διάρκεια της νύχτας
安置所 あんちじょ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος φύλαξης νεκρών, νεκροτομείο, νεκροφυλάκιο
安全基準 あんぜんきじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 πρότυπα ασφαλείας
安危 あんき

ουσιαστικό

  1. 01 τύχη, ασφάλεια, ευημερία
安牌 あんパイ

ουσιαστικό

  1. 01 ασφαλές πλακίδιο, πλακίδιο που μπορεί να απορριφθεί χωρίς τον κίνδυνο να ευνοηθεί ένας αντίπαλος
  2. 02 επιλογή χωρίς ρίσκο, άτομο που διαχειρίζεται εύκολα
安全ベルト あんぜんベルト

ουσιαστικό

  1. 01 ζώνη ασφαλείας
安く譲る やすくゆずる

άλλο, ρήμα

  1. 01 πουλώ κάτι φθηνά
安座 あんざ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κάθομαι ήρεμα, κάθομαι άνετα, κάθομαι οκλαδόν
  2. 02 νιώθω άνετα, είμαι ικανοποιημένος
安定志向 あんていしこう

ουσιαστικό

  1. 01 τάση για σταθερότητα
安否不明 あんぴふめい

ουσιαστικό

  1. 01 άγνωστη τύχη (ασφάλεια) ενός ατόμου (ατόμων)
安土桃山時代 あづちももやまじだい

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος Αζούτσι-Μομογιάμα (περίπου 1558-1600)
安全を図る あんぜんをはかる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μεριμνώ για την ασφάλεια
安居 あんきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άνετη ζωή
安楽椅子探偵 あんらくいすたんてい

ουσιαστικό

  1. 01 ντετέκτιβ της πολυθρόνας
安く上がる やすくあがる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κοστίζω λίγο, βγαίνω φθηνά
安心立命 あんしんりつめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πνευματική γαλήνη και φώτιση, διατήρηση ατάραχου νου μέσω της πίστης
安政の大獄 あんせいのたいごく

ουσιαστικό

  1. 01 ανσέι νο τάιγκοκου (πολιτικές διώξεις της περιόδου Ανσέι, 1858-1860)
安置室 あんちしつ

ουσιαστικό

  1. 01 νεκροτομείο, νεκροθάλαμος