190 αποτελέσματα για «定»

定言命法 ていげんめいほう

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορική προστακτική
定律 ていりつ

ουσιαστικό

  1. 01 σταθερός νόμος
定率 ていりつ

ουσιαστικό

  1. 01 σταθερό επιτόκιο, σταθερός συντελεστής
定款 ていかん

ουσιαστικό

  1. 01 καταστατικό εταιρείας, καταστατική πράξη
定着液 ていちゃくえき

ουσιαστικό

  1. 01 διάλυμα στερέωσης, σταθεροποιητής
定則 ていそく

ουσιαστικό

  1. 01 νόμος, καθιερωμένος κανόνας
定期刊行物 ていきかんこうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 περιοδικό έντυπο
定着剤 ていちゃくざい

ουσιαστικό

  1. 01 στερεωτικό (φωτογραφικό)
定収入 ていしゅうにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 σταθερό εισόδημα
定型詩 ていけいし

ουσιαστικό

  1. 01 ποίηση σταθερής μορφής
定義域 ていぎいき

ουσιαστικό

  1. 01 πεδίο ορισμού (συνάρτησης)
定積分 ていせきぶん

ουσιαστικό

  1. 01 ορισμένο ολοκλήρωμα
定格 ていかく

ουσιαστικό

  1. 01 ονομαστική τιμή
定置 ていち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σταθεροποίηση, ακινητοποίηση
  2. 02 σταθερός, ακίνητος
定業 ていぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 τακτική απασχόληση
定論 ていろん

ουσιαστικό

  1. 01 καθιερωμένη θεωρία
定日 ていじつ

ουσιαστικό

  1. 01 καθορισμένη ημερομηνία, ορισμένη ημέρα
定住化 ていじゅうか

ουσιαστικό

  1. 01 μόνιμη εγκατάσταση, εδραίωση, κατοίκηση
定年制 ていねんせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα υποχρεωτικής συνταξιοδότησης, σύστημα συνταξιοδότησης βάσει ηλικιακού ορίου
定期バス ていきバス

ουσιαστικό

  1. 01 τακτικό λεωφορείο, λεωφορείο σταθερού δρομολογίου