84 αποτελέσματα για «宿»

宿雪 しゅくせつ

ουσιαστικό

  1. 01 χιόνι που παραμένει στο έδαφος
宿泊室 しゅくはくしつ

ουσιαστικό

  1. 01 δωμάτιο για διανυκτέρευση επισκεπτών, δωμάτιο φιλοξενίας, ξενώνας
宿を取る やどをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 διαμένω σε ξενοδοχείο (πανδοχείο κ.λπ.), καταλύω
  2. 02 κάνω κράτηση (σε ξενοδοχείο κ.λπ.), κανονίζω διαμονή
宿
  1. 01 πανδοχείο
  2. 02 κατάλυμα, διαμονή
  3. 03 σταθμός ανεφοδιασμού, σταθμός ενδιάμεσης στάσης
  4. 04 κατοικώ, διαμένω
  5. 05 καταλύω, διαμένω
  6. 06 είμαι έγκυος
  7. 07 σπίτι
  8. 08 κατοικία, διαμονή