119 αποτελέσματα για «帰»

帰属問題 きぞくもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 ζήτημα κυριότητας (π.χ. των Νήσων Κουρίλων)
帰化種 きかしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 εγκλιματισμένο είδος
帰宅拒否症 きたくきょひしょう

ουσιαστικό

  1. 01 νευρωτικός φόβος για την επιστροφή στο σπίτι μετά την εργασία, νοστοφοβία
帰休 ききゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άδεια, αναρρωτική ή τιμητική άδεια
  2. 02 προσωρινή απόλυση
帰天 きてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θάνατος χριστιανού (στον καθολικισμό)
帰阪 きはん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστροφή στην Οσάκα, γυρισμός στην Οσάκα
帰属感 きぞくかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα του ανήκειν, αίσθηση του ανήκειν
帰化植物 きかしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 εγκλιματισμένο φυτό, ιθαγενές φυτό που εισήχθη και έχει εγκατασταθεί
帰納論理学 きのうろんりがく

ουσιαστικό

  1. 01 επαγωγική λογική
帰責 きせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταλογισμός ευθύνης, απόδοση ευθύνης
帰謬法 きびゅうほう

ουσιαστικό

  1. 01 εις άτοπον απαγωγή
帰国子女枠 きこくしじょわく

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορία εισαγωγής (σε σχολείο) για μαθητές που έχουν ζήσει στο εξωτερικό
帰蔵 きぞう

ουσιαστικό

  1. 01 Γκουι Τσανγκ (μέθοδος κινεζικής μαντείας της περιόδου Γιν)
帰去来辞 ききょらいのじ

ουσιαστικό

  1. 01 Γκουι Τσου Λάι Τσι (επιστροφή στο σπίτι, κλασικό κινεζικό ποίημα του Τάο Γιουανμίνγκ, 405 μ.Χ.)
帰り花 かえりばな

ουσιαστικό

  1. 01 δεύτερη άνθιση (εκτός εποχής), επανάνθιση
  2. 02 επιστροφή στην εργασία (για ιερόδουλη, ηθοποιό καμπούκι κ.ά.)
帰無仮説 きむかせつ

ουσιαστικό

  1. 01 μηδενική υπόθεση
帰還不能限界点 きかんふのうげんかいてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο χωρίς επιστροφή
帰国セール きこくセール

ουσιαστικό

  1. 01 ξεπούλημα προσωπικών αντικειμένων πριν από την επιστροφή στη χώρα καταγωγής, αποχαιρετιστήριο ξεπούλημα
帰属所得 きぞくしょとく

ουσιαστικό

  1. 01 τεκμαρτό εισόδημα
帰属収入 きぞくしゅうにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τεκμαρτό εισόδημα