272 αποτελέσματα για «年»

年寄りくさい としよりくさい

επίθετο

  1. 01 γεροντίστικος, σαν ηλικιωμένος, σκονισμένος, παλιομοδίτικος, συντηρητικός
年増女 としまおんな

ουσιαστικό

  1. 01 γυναίκα που έχει περάσει την ακμή της
年配者 ねんぱいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικιωμένος
年末まで ねんまつまで

άλλο

  1. 01 πριν από το τέλος του τρέχοντος έτους
年までに ねんまでに

επίρρημα

  1. 01 πριν από το έτος ...
年波 としなみ

ουσιαστικό

  1. 01 γήρας, η προχωρημένη ηλικία
年越しそば としこしそば

ουσιαστικό

  1. 01 ζυμαρικά σόμπα που καταναλώνονται το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς
年食う としくう

άλλο, ρήμα

  1. 01 μεγαλώνω (περισσότερο από το αναμενόμενο), προχωρώ σε ηλικία
年恰好 としかっこう

ουσιαστικό

  1. 01 κατά προσέγγιση ηλικία, υπολογιζόμενη ηλικία κάποιου
年を食う としをくう

άλλο, ρήμα

  1. 01 μεγαλώνω, παλιώνω (από το αναμενόμενο), προχωρώ σε ηλικία
年商 ねんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ετήσιος κύκλος εργασιών
年子 としご

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί που γεννήθηκε μέσα στον ίδιο χρόνο με ένα άλλο, παιδιά που γεννήθηκαν σε διαδοχικά έτη
年頭 ねんとう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχή του έτους
  2. 02 ο γηραιότερος άνθρωπος
年を追うごとに としをおうごとに

άλλο

  1. 01 χρόνο με τον χρόνο, καθώς περνούν τα χρόνια, με κάθε χρόνο που περνά
年限 ねんげん

ουσιαστικό

  1. 01 χρονική διάρκεια, προθεσμία
年寄る としよる

ρήμα

  1. 01 γερνώ
年甲斐 としがい

ουσιαστικό

  1. 01 ηλικία κάποιου
年代順 ねんだいじゅん

ουσιαστικό

  1. 01 χρονική σειρά
年譜 ねんぷ

ουσιαστικό

  1. 01 χρονολογικό αρχείο
年のいった としのいった

άλλο

  1. 01 μεγάλος σε ηλικία (άνθρωπος), ηλικιωμένος