281 αποτελέσματα για «引»
引け目 ひけめ
ουσιαστικό
- 01 αίσθημα κατωτερότητας, μειονεκτικό σημείο
引きつれる ひきつれる
ρήμα
- 01 παθαίνω κράμπα
引き下ろす ひきおろす
ρήμα
- 01 κατεβάζω, σέρνω προς τα κάτω, τραβώ προς τα κάτω, ρυμουλκώ, εκδιώκω, εκθρονίζω
引っ張り合う ひっぱりあう
ρήμα
- 01 τραβώ από τις δύο άκρες, τραβώ από τις δύο πλευρές, παίζω διελκυστίνδα
引っ立てる ひったてる
ρήμα
- 01 οδηγώ κάποιον βίαια (π.χ. στο αστυνομικό τμήμα), παρασύρω, απομακρύνω δια της βίας
引っ掛かり ひっかかり
ουσιαστικό
- 01 πιάσιμο, εμπλοκή
- 02 σύνδεση, σχέση
- 03 ανησυχία, δυσφορία
引っ掻き回す ひっかきまわす
ρήμα
- 01 ανακατεύω, ψάχνω αναστατώνοντας τα περιεχόμενα (π.χ. ένα συρτάρι)
- 02 προκαλώ σύγχυση, διαταράσσω, αναστατώνω, ανακατεύομαι
引け目を感じる ひけめをかんじる
άλλο, ρήμα
- 01 αισθάνομαι κατώτερος, νιώθω μειονεκτικά
引ったくる ひったくる
ρήμα
- 01 αρπάζω (από κάποιον), αποσπώ βίαια, κλέβω
引っ込み ひっこみ
ουσιαστικό
- 01 υποχώρηση, απόσυρση, κοιλότητα
引っ返す ひっかえす
ρήμα
- 01 γυρίζω πίσω, επιστρέφω, αναστρέφω την πορεία μου
引き開ける ひきあける
ρήμα
- 01 τραβώ για να ανοίξω
引っ掴む ひっつかむ
ρήμα
- 01 αρπάζω, τσιμπώ
- 02 γραπώνω
引き算 ひきざん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αφαίρεση
引っ張り回す ひっぱりまわす
ρήμα
- 01 σέρνω τριγύρω, πηγαινοφέρνω, ξεναγώ κάποιον σε διάφορα μέρη, δείχνω κάποιον τριγύρω
引っ叩く ひっぱたく
ρήμα
- 01 χαστουκίζω, δίνω χαστούκι, δέρνω
引く手あまた ひくてあまた
ουσιαστικό
- 01 περιζήτητος, έχων μεγάλη ζήτηση
引っ越し先 ひっこしさき
ουσιαστικό
- 01 προορισμός μετακόμισης
引きずり降ろす ひきずりおろす
ρήμα
- 01 σέρνω προς τα κάτω, κατεβάζω με το ζόρι
- 02 εξαναγκάζω σε παραίτηση, εκδιώκω (από εξουσία, αξίωμα, ρόλο, κ.λπ.)
引き合い ひきあい
ουσιαστικό
- 01 αναφορά, παράδειγμα, περιστατικό
- 02 ζήτηση (για ένα προϊόν, μια επιχειρηματική συμφωνία κ.λπ.), διερεύνηση
- 03 κλήτευση σε δικαστήριο, μάρτυρας
- 04 αλληλοτράβηγμα, τράβηγμα και από τις δύο άκρες