174 αποτελέσματα για «思»
思い合う おもいあう
ρήμα
- 01 αγαπώ ο ένας τον άλλον
思し召し おぼしめし
ουσιαστικό
- 01 σκέψεις, γνώμη, κρίση, θέληση (ειδικά του Θεού)
- 02 χρηματικό ποσό που επιθυμεί κανείς να προσφέρει (ως ελεημοσύνη, αντίτιμο σε μουσείο κ.λπ.)
- 03 στοργή (για αγαπημένο πρόσωπο κ.λπ.· συχνά χρησιμοποιείται σκωπτικά), αγάπη, έλξη, συμπάθεια
思うに おもうに
επίρρημα
- 01 υποθέτω ότι, πιθανόν, κατά τη γνώμη μου, από τη σκοπιά μου, νομίζω ότι, κατόπιν σκέψης, αναλογιζόμενος το θέμα
思い立ったが吉日 おもいたったがきちじつ
άλλο
- 01 η καλύτερη στιγμή για να κάνεις κάτι είναι αμέσως μόλις το σκεφτείς, δεν υπάρχει καταλληλότερη στιγμή από το τώρα, είναι ευοίωνη μέρα (για να το κάνεις) όταν μόλις σου ήρθε η ιδέα
思い定める おもいさだめる
ρήμα
- 01 παίρνω την απόφαση, αποφασίζω
思考実験 しこうじっけん
ουσιαστικό
- 01 νοητικό πείραμα
思案に暮れる しあんにくれる
άλλο, ρήμα
- 01 βυθίζομαι στις σκέψεις μου
思っても見ない おもってもみない
άλλο, επίθετο
- 01 απρόσμενος, απρόβλεπτος, αδιανόητος
思い余る おもいあまる
ρήμα
- 01 δεν ξέρω πώς να δράσω ή τι να κάνω, βρίσκομαι σε αδιέξοδο
思いを巡らす おもいをめぐらす
άλλο, ρήμα
- 01 στοχάζομαι, αναλογίζομαι, σκέφτομαι διεξοδικά, προβληματίζομαι, περισυλλέγω, συλλογίζομαι
思い煩う おもいわずらう
ρήμα
- 01 ανησυχώ για κάτι, προβληματίζομαι
思いがち おもいがち
άλλο
- 01 τείνω να πιστεύω, έχω την τάση να θεωρώ
思い入る おもいいる
ρήμα
- 01 στοχάζομαι, συλλογίζομαι
思し召す おぼしめす
ρήμα
- 01 σκέφτομαι (χρησιμοποιείται μόνο για να αναφερθεί σε κάποιον άλλον)
- 02 στρέφω την προσοχή μου προς κάποιον (χρησιμοποιείται μόνο για να αναφερθεί σε κάποιον άλλον), τρέφω συναισθήματα για κάποιον (χρησιμοποιείται μόνο για να αναφερθεί σε κάποιον άλλον)
- 03 τιμώ το πρόσωπο για το οποίο τρέφω συναισθήματα
思う様 おもうさま
επίρρημα
- 01 όσο τραβάει η ψυχή κάποιου, όσο θέλει κανείς
思い及ぶ おもいおよぶ
ρήμα
- 01 συλλαμβάνω μια ιδέα, σκέφτομαι κάτι
思いを遂げる おもいをとげる
άλλο, ρήμα
- 01 εκπληρώνω την επιθυμία μου
思い巡らす おもいめぐらす
ρήμα
- 01 αναλογίζομαι, στοχάζομαι, αναμοχλεύω, προβληματίζομαι
思潮 しちょう
ουσιαστικό
- 01 πνευματικό ρεύμα, ιδεολογικό ρεύμα
思い合わせる おもいあわせる
ρήμα
- 01 συνεκτιμώ (όλες τις περιστάσεις), έχω κατά νου (πολλά πράγματα ταυτόχρονα)