184 αποτελέσματα για «意»
意識高い系 いしきたかいけい
ουσιαστικό
- 01 άτομο που προσπαθεί υπερβολικά να δείχνει ενδιαφέρον, ειδικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
意見がまとまる いけんがまとまる
άλλο, ρήμα
- 01 συμφωνώ για κάτι, καταλήγω σε κοινή γνώμη
意識が高い いしきがたかい
άλλο, επίθετο
- 01 ιδιαίτερα συνειδητοποιημένος, πολύ ενημερωμένος, βαθιά γνώστης, με υψηλό επίπεδο συνείδησης
意見具申 いけんぐしん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διατύπωση γνώμης (προς κάποιον για κάτι)
意味を取る いみをとる
άλλο, ρήμα
- 01 κατανοώ το νόημα, αντιλαμβάνομαι τη σημασία
意力 いりょく
ουσιαστικό
- 01 θέληση, δύναμη θέλησης
意志薄弱 いしはくじゃく
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ασθενής στη θέληση, στερούμενος σκοπού, στερούμενος δύναμης θέλησης για να είναι υπομονετικός, αποφασιστικός ή ακλόνητος
意義深い いぎぶかい
επίθετο
- 01 σημαντικός, ουσιαστικός
意識朦朧 いしきもうろう
άλλο, επίρρημα
- 01 βρίσκομαι σε κατάσταση θολούρας, έχω τις αισθήσεις μου μισές, αισθάνομαι ζαλισμένος
意想外 いそうがい
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 απρόσμενος, αναπάντεχος
意味が通る いみがとおる
άλλο, ρήμα
- 01 γίνομαι κατανοητός, βγάζω νόημα
意思が強い いしがつよい
άλλο, επίθετο
- 01 αποφασιστικός, ισχυρογνώμων
意思決定機関 いしけっていきかん
ουσιαστικό
- 01 όργανο λήψης αποφάσεων
意志的 いしてき
επίθετο
- 01 αποφασιστικός, βουλητικός
意識調査 いしきちょうさ
ουσιαστικό
- 01 έρευνα στάσεων, δημοσκόπηση
意気盛ん いきさかん
επίθετο, ουσιαστικό
- 01 ευδιάθετος, με υψηλό ηθικό, ακμαιότατος
意識化 いしきか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνειδητοποίηση
- 02 κοινωνική συνειδητοποίηση, ανάπτυξη κριτικής συνείδησης
意を迎える いをむかえる
άλλο, ρήμα
- 01 ικανοποιώ την επιθυμία κάποιου, προσαρμόζομαι στις ανάγκες άλλου, είμαι ευχάριστος
意見を吐く いけんをはく
άλλο, ρήμα
- 01 εκφράζω τη γνώμη μου
意識の流れ いしきのながれ
ουσιαστικό
- 01 ροή της συνείδησης