103 αποτελέσματα για «抜»

抜爪 ばっそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφαίρεση νυχιού, ονυχεκτομή
抜き糸 ぬきいと

ουσιαστικό

  1. 01 τραβηγμένη κλωστή
抜本塞源 ばっぽんそくげん

ουσιαστικό

  1. 01 ριζική εξάλειψη των αιτιών του κακού, ξερίζωμα του κακού από τη βάση του
抜苦与楽 ばっくよらく

ουσιαστικό

  1. 01 βούδας ή μποντισάτβα που απαλλάσσει από τον πόνο και προσφέρει γαλήνη
抜きしろ ぬきしろ

ουσιαστικό

  1. 01 περιθώριο εξαγωγής (σε χύτευση), κλίση αποκόλλησης για χυτά ή καλουπωτά εξαρτήματα
抜毛症 ばつもうしょう

ουσιαστικό

  1. 01 τριχοτιλλομανία
抜毛癖 ばつもうへき

ουσιαστικό

  1. 01 τριχοτιλλομανία
抜け参宮 ぬけさんぐう

ουσιαστικό

  1. 01 προσκύνημα στο Μεγάλο Ιερό της Ίσε χωρίς άδεια ταξιδιού ή συγκατάθεση από τους γονείς ή τους συγγενείς (περίοδος Έντο)
抜きネタ ぬきネタ

ουσιαστικό

  1. 01 αποκλειστική είδηση, είδηση πρώτης γραμμής
抜爪術 ばっそうじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 ονυχεκτομή, αφαίρεση νυχιών
抜きゲー ぬきゲー

ουσιαστικό

  1. 01 ερωτικό βιντεοπαιχνίδι που δημιουργήθηκε με σκοπό τον αυνανισμό
抜針 ばっしん

ουσιαστικό

  1. 01 αφαίρεση βελόνας, απόσυρση βελόνας
抜き刃 ぬきは

ουσιαστικό

  1. 01 κοπτικό καλούπι, μήτρα κοπής
抜港 ばっこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράλειψη λιμένα (λόγω κακοκαιρίας κ.λπ.), ακύρωση προγραμματισμένης προσέγγισης σε λιμάνι
抜け漏れ ぬけもれ

ουσιαστικό

  1. 01 παράλειψη, κενό
抜線 ばっせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποσύνδεση καλωδίου ή συσκευής
  2. 02 γραμμή κοπής (στην κατασκευή αμαξώματος οχημάτων)
抜根 ばっこん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ξερίζωμα, εκρίζωση πρέμνου
抜け荷 ぬけに

ουσιαστικό

  1. 01 λαθρεμπόριο (κατά την περίοδο Έντο), λαθραία εμπορεύματα
抜管 ばっかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποσωλήνωση
抜根機 ばっこんき

ουσιαστικό

  1. 01 μηχάνημα εκρίζωσης κορμών, ριζωτής