240 αποτελέσματα για «放»

放射能汚染 ほうしゃのうおせん

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιενεργός μόλυνση
放射線科 ほうしゃせんか

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινολογικό τμήμα
放蕩三昧 ほうとうざんまい

ουσιαστικό

  1. 01 βυθίζομαι σε αυτοκαταστροφικές απολαύσεις, παραδίδομαι στην ακολασία και την έκλυτη ζωή
放射冷却 ほうしゃれいきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινοβολική ψύξη
放熱板 ほうねつばん

ουσιαστικό

  1. 01 ψήκτρα
放射性廃棄物 ほうしゃせいはいきぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ραδιενεργά απόβλητα
放れる はなれる N3

ρήμα

  1. 01 απελευθερώνομαι, ξεφεύγω
放火殺人 ほうかさつじん

ουσιαστικό

  1. 01 ανθρωποκτονία μέσω εμπρησμού
放ったらかす ほったらかす

ρήμα

  1. 01 αμελώ, αφήνω κάτι ημιτελές, παραμελώ, αφήνω στην άκρη
放く こく

ρήμα

  1. 01 αποβάλλω (από το σώμα), αφήνω (πορδή), βγάζω
  2. 02 ξεστομίζω (ένα ψέμα, ανοησίες κ.λπ.), λέω, αμολάω (παπάτζες)
  3. 03 κάνω
放談 ほうだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ελεύθερη συζήτηση, ανεύθυνη ομιλία
放送コード ほうそうコード

ουσιαστικό

  1. 01 κώδικας ραδιοτηλεοπτικής μετάδοσης, τηλεοπτικός κώδικας, κώδικας δεοντολογίας για τηλεοπτικούς φορείς
放水車 ほうすいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πυροσβεστικό όχημα
放射光 ほうしゃこう

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινοβολία σύγχροτρου
放生 ほうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 απελευθέρωση αιχμάλωτων ζώων (πουλιών, ψαριών κ.λπ.)
放送枠 ほうそうわく

ουσιαστικό

  1. 01 τηλεοπτική ή ραδιοφωνική ζώνη μετάδοσης
放蕩無頼 ほうとうぶらい

ουσιαστικό

  1. 01 ασέλγεια και αταξία, αυτοκαταστροφή λόγω της ζωής με άστατο τρόπο
放射熱 ほうしゃねつ

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινοβολούμενη θερμότητα
放射線療法 ほうしゃせんりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινοθεραπεία
放射線技師 ほうしゃせんぎし

ουσιαστικό

  1. 01 ακτινοτεχνικός, ακτινογράφος