109 αποτελέσματα για «方»

方法論的個人主義 ほうほうろんてきこじんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 μεθοδολογικός ατομικισμός
方向角 ほうこうかく

ουσιαστικό

  1. 01 γωνία διεύθυνσης
方向余弦 ほうこうよげん

ουσιαστικό

  1. 01 συνημίτονο κατεύθυνσης
方向係数 ほうこうけいすう

ουσιαστικό

  1. 01 συντελεστής διεύθυνσης
方竹 ほうちく

ουσιαστικό

  1. 01 είδος μπαμπού
方塞がり かたふたがり

ουσιαστικό

  1. 01 άτυχη κατεύθυνση (στον ονμιο-ντο, λόγω της παρουσίας μιας θεότητας όπως ο τεν-ιτσιτζίν)
方違え かたたがえ

ουσιαστικό

  1. 01 καταταγκάε (πρακτική κατά την περίοδο Χεϊάν, κατά την οποία κάποιος αναχωρεί την προηγούμενη νύχτα από την προγραμματισμένη, ταξιδεύει προς διαφορετική κατεύθυνση, διανυκτερεύει εκεί και αναχωρεί για τον τελικό προορισμό του το πρωί, προκειμένου να αποφύγει την κίνηση προς μια άτυχη κατεύθυνση)
方違い かたたがい

ουσιαστικό

  1. 01 αναχώρηση από την προηγούμενη νύχτα από την προγραμματισμένη, ταξίδι προς διαφορετική κατεύθυνση, διανυκτέρευση εκεί και αναχώρηση για τον τελικό προορισμό το πρωί (πρακτική που ακολουθείτο για την αποφυγή ταξιδιού προς μια κακότυχη κατεύθυνση, συνηθισμένη κατά την περίοδο Χεϊάν)
方違へ所 かたたがえどころ

ουσιαστικό

  1. 01 καταταγκαέ-ντοκορο, το μέρος όπου διανυκτερεύει κάποιος για να αποφύγει την κατεύθυνση που θεωρείται άτυχη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού
方音 ほうおん

ουσιαστικό

  1. 01 διαλεκτική προφορά
方杖 ほうづえ

ουσιαστικό

  1. 01 αντηρίδα (στις κατασκευές), γωνιακό στήριγμα
方形骨 ほうけいこつ

ουσιαστικό

  1. 01 τετράγωνο οστό
方骨 ほうこつ

ουσιαστικό

  1. 01 τετράγωνο οστό
方言量 ほうげんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 αριθμός διαλεκτικών παραλλαγών μιας λέξης
方士 ほうし

ουσιαστικό

  1. 01 μάγος (στην αρχαία Κίνα), ερημίτης μάγος
方技 ほうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 μαγική τέχνη (ειδικότερα αυτή που σχετίζεται με την ιατρική)
方向探知 ほうこうたんち

ουσιαστικό

  1. 01 εντοπισμός κατεύθυνσης, ανίχνευση κατεύθυνσης
方法学 ほうほうがく

ουσιαστικό

  1. 01 μεθοδολογία
方たち かたたち

ουσιαστικό

  1. 01 άτομα, πρόσωπα, όλοι
方面軍 ほうめんぐん

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιά περιοχής (του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού), στρατιά πεδίου