112 αποτελέσματα για «毛»
毛黴 ケカビ
ουσιαστικό
- 01 κεκαβί, γένος μυκήτων της τάξης των βλεννομυκητών
毛瓜 もううり
ουσιαστικό
- 01 μοούρι, κίτρινο αγγούρι της Οκινάουα
毛嚢炎 もうのうえん
ουσιαστικό
- 01 θυλακίτιδα
毛深雀蜂 けぶかすずめばち
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική σφήκα (Vespa simillima, κυρίως το υποείδος Vespa simillima simillima), κίτρινη σφήκα
毛切り石 けきりいし
ουσιαστικό
- 01 πέτρα για το κόψιμο της ηβικής τρίχας (σε δημόσια λουτρά) (περίοδος Έντο)
毛氈をかぶる もうせんをかぶる
άλλο, ρήμα
- 01 υποπίπτω σε σφάλμα, αποτυγχάνω, κάνω γκάφα
- 02 ξοδεύω όλα μου τα χρήματα (ιδίως σε υπηρεσίες ιερόδουλων)
毛足鵟 けあしのすり
ουσιαστικό
- 01 κεασινοσούρι, γερακίνα των δασών (Buteo lagopus)
毛払い けはらい
ουσιαστικό
- 01 βούρτσα για το ξεσκόνισμα ρούχων
毛蔓小豆 けつるあずき
ουσιαστικό
- 01 μαύρο φασόλι (Vigna mungo), μαύρη φακή
毛長アルマジロ けながアルマジロ
ουσιαστικό
- 01 τριχωτός αρμαντίλλο (Chaetophractus vellerosus), μικρός τριχωτός αρμαντίλλο
毛の柔物 けのにこもの
ουσιαστικό
- 01 μικρό ζώο με μαλακή γούνα
毛帽子 けぼうし
ουσιαστικό
- 01 γούνινο καπέλο, μάλλινος σκούφος
毛牡蠣 けがき
ουσιαστικό
- 01 κεγκάκι, είδος αγκαθερού στρειδιού (Saccostrea kegaki)
毛筆画 もうひつが
ουσιαστικό
- 01 ζωγραφιά με πινέλο, σινική μελάνη
毛鉱 もうこう
ουσιαστικό
- 01 τζεϊμσονίτης
- 02 τριχοειδές μετάλλευμα
毛長マンモス けながマンモス
ουσιαστικό
- 01 μαμούθ, τριχωτό μαμούθ (Mammuthus primigenius)
毛を吹いて疵を求む けをふいてきずをもとむ
άλλο, ρήμα
- 01 ψάχνω ψύλλους στα άχυρα, αναζητώ ελαττώματα με σχολαστικότητα
毛長粉蜱 けながこなだに
ουσιαστικό
- 01 κενάγκα-κοναντάνι (Tyrophagus putrescentiae), ακάρεο του τυριού
毛瘡 もうそう
ουσιαστικό
- 01 συκόωση, φλεγμονή θυλάκου της τρίχας, λοίμωξη του δέρματος από το ξύρισμα
毛沢東主義 もうたくとうしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 μαοϊσμός