178 αποτελέσματα για «独»
独自開発 どくじかいはつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανεξάρτητα ανεπτυγμένος, ιδιόκτητος
独演 どくえん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σόλο, σόλο εμφάνιση
独立不羈 どくりつふき
ουσιαστικό
- 01 ενεργώ σύμφωνα με τις πεποιθήσεις μου, χωρίς να επηρεάζομαι από άλλους
独習 どくしゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αυτοδιδασκαλία, αυτομάθηση
独ソ戦 どくソせん
ουσιαστικό
- 01 γερμανοσοβιετικός πόλεμος (1941-1945)
独自色 どくじしょく
ουσιαστικό
- 01 μοναδικότητα, ιδιαιτερότητα
独断論 どくだんろん
ουσιαστικό
- 01 δογματισμός, δόγμα
独酌 どくしゃく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 μοναχική πόση, πόση μόνος
独立自尊 どくりつじそん
ουσιαστικό
- 01 πνεύμα ανεξαρτησίας και αυτοσεβασμού
独占資本 どくせんしほん
ουσιαστικό
- 01 μονοπωλιακό κεφάλαιο
独奏者 どくそうしゃ
ουσιαστικό
- 01 σολίστ
独楽鼠 こまねずみ
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό χορευτικό ποντίκι (Mus musculus musculus)
独奏曲 どくそうきょく
ουσιαστικό
- 01 σόλο (μουσικό έργο)
独創力 どくそうりょく
ουσιαστικό
- 01 δημιουργική ικανότητα
独り決め ひとりぎめ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αυτοβούλως αποφασίζω, αποφασίζω μόνος μου
- 02 θεωρώ δεδομένο, υποθέτω
独立祭 どくりつさい
ουσιαστικό
- 01 γιορτή της ανεξαρτησίας
独奏楽器 どくそうがっき
ουσιαστικό
- 01 σόλο όργανο
独占資本主義 どくせんしほんしゅぎ
ουσιαστικό
- 01 μονοπωλιακός καπιταλισμός
独立採算制 どくりつさいさんせい
ουσιαστικό
- 01 σύστημα ανεξάρτητης οικονομικής διαχείρισης
独立独行 どくりつどっこう
ουσιαστικό
- 01 αυτονομία, δράση σύμφωνα με τις δικές σου ιδέες και πεποιθήσεις