156 αποτελέσματα για «着»

着道楽 きどうらく

ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που έχει εμμονή με τα ακριβά ενδύματα, ο λάτρης της ένδυσης
着たきり雀 きたきりすずめ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 αυτός που δεν κατέχει τίποτα άλλο εκτός από τα ρούχα που φοράει
着陸船 ちゃくりくせん

ουσιαστικό

  1. 01 σεληνάκατος, σκάφος προσεδάφισης
着方 きかた

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος ντυσίματος, τρόπος που φοράει κανείς ένα ρούχο
着類 きるい

ουσιαστικό

  1. 01 ενδυμασία, ρούχα
着袴 ちゃっこ

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή ένδυσης παιδιού με χακάμα
着帽 ちゃくぼう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 το να φορά κάποιος το καπέλο του
着発 ちゃくはつ

ουσιαστικό

  1. 01 άφιξη και αναχώρηση
  2. 02 έκρηξη κατά την πρόσκρουση
着陸装置 ちゃくりくそうち

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα προσγείωσης (αεροσκάφους)
着差 ちゃくさ

ουσιαστικό

  1. 01 η διαφορά χρόνου τερματισμού μεταξύ δύο συναγωνιζόμενων σε έναν αγώνα (εκφρασμένη σε μήκη σώματος στην ιπποδρομία), διαφορά νίκης
着港 ちゃっこう

ουσιαστικό

  1. 01 άφιξη (στο λιμάνι)
着尺 きじゃく

ουσιαστικό

  1. 01 τυπικό μήκος υφάσματος για ένα κιμονό
着生 ちゃくせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιφυτικός, προσδιορίζει ένα μη παρασιτικό φυτό που αναπτύσσεται πάνω σε άλλα φυτά
着火点 ちゃっかてん

ουσιαστικό

  1. 01 σημείο ανάφλεξης
着信者 ちゃくしんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 παραλήπτης (μιας διαβίβασης)
着弾距離 ちゃくだんきょり

ουσιαστικό

  1. 01 απόσταση βολής, βεληνεκές
着色剤 ちゃくしょくざい

ουσιαστικό

  1. 01 χρωστική ουσία, χρωστικό μέσο, (τροφίμων) χρωστική
着物屋 きものや

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα κιμονό, εμπορικό κατάστημα κιμονό
着駅 ちゃくえき

ουσιαστικό

  1. 01 σταθμός προορισμού, σταθμός άφιξης
着雪 ちゃくせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσκόλληση χιονιού (σε καλώδια ηλεκτρικού ρεύματος, κλαδιά δέντρων, κ.λπ.), χιόνι που κολλάει σε επιφάνειες