417 αποτελέσματα για «空»

空中浮遊 くうちゅうふゆう

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 αιώρηση, πλεύση στον αέρα
  2. 02 αερομεταφερόμενος (π.χ. βακτήρια), αερο-
空笑い そらわらい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσποιητό γέλιο
空賊 くうぞく

ουσιαστικό

  1. 01 αεροπειρατής, αεροπειρατεία
空費 くうひ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σπατάλη, κατασπατάληση
空気清浄機 くうきせいじょうき

ουσιαστικό

  1. 01 καθαριστής αέρα
空車 くうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άδειο όχημα, ελεύθερο ταξί
  2. 02 διαθέσιμος χώρος (για πάρκινγκ)
空気穴 くうきあな

ουσιαστικό

  1. 01 οπή εξαερισμού, τρύπα αέρα
空襲警報 くうしゅうけいほう

ουσιαστικό

  1. 01 συναγερμός αεροπορικής επιδρομής
空挺部隊 くうていぶたい

ουσιαστικό

  1. 01 αερομεταφερόμενα στρατεύματα, αλεξιπτωτιστές
空軍基地 くうぐんきち

ουσιαστικό

  1. 01 αεροπορική βάση
空しくなる むなしくなる

ρήμα

  1. 01 πεθαίνω, αποθνήσκω
空を掴む くうをつかむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 προσπαθώ να πιάσω το αέρα
空気圧 くうきあつ

ουσιαστικό

  1. 01 πίεση αέρα (ελαστικών)
空虚感 くうきょかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα κενού, αίσθηση του ανύπαρκτου
空気入れ くうきいれ

ουσιαστικό

  1. 01 τρόμπα αέρος, τρόμπα ποδηλάτου
空気銃 くうきじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αεροβόλο όπλο, αεροβόλο τυφέκιο
空蝉 うつせみ

ουσιαστικό

  1. 01 τούτος ο φευγαλέος κόσμος, αυτή η εφήμερη ζωή, ο κόσμος τούτος
  2. 02 το τωρινό σώμα κάποιου, το θνητό περίβλημα, σάρκα και οστά, αυτό το φυσικό σώμα
  3. 03 το αδειανό κέλυφος τζιτζικιού, το αποβεβλημένο εξωσκελετικό περίβλημα
  4. 04 τζιτζίκι
空気にさらす くうきにさらす

άλλο, ρήμα

  1. 01 αερίζω, εκθέτω στον αέρα
空調設備 くうちょうせつび

ουσιαστικό

  1. 01 κλιματιστικό
空堀 からぼり

ουσιαστικό

  1. 01 ξηρή τάφρος