150 αποτελέσματα για «絶»
絶対音楽 ぜったいおんがく
ουσιαστικό
- 01 απόλυτη μουσική
絶好機 ぜっこうき
ουσιαστικό
- 01 χρυσή ευκαιρία
絶滅危惧 ぜつめつきぐ
ουσιαστικό
- 01 απειλούμενο (είδος), κινδυνεύον
絶対主義者 ぜったいしゅぎしゃ
ουσιαστικό
- 01 απολυταρχικός
絶対座標 ぜったいざひょう
ουσιαστικό
- 01 απόλυτη συντεταγμένη, απόλυτη διεύθυνση
絶対知 ぜったいち
ουσιαστικό
- 01 απόλυτη γνώση
絶交状 ぜっこうじょう
ουσιαστικό
- 01 επιστολή διακοπής σχέσεων, επιστολή χωρισμού
絶対温度 ぜったいおんど
ουσιαστικό
- 01 απόλυτη θερμοκρασία, μέτρηση της θερμοκρασίας από το απόλυτο μηδέν (-273 βαθμοί Κελσίου)
絶対運動 ぜったいうんどう
ουσιαστικό
- 01 απόλυτη κίνηση (σε αντίθεση με τη σχετική)
絶対静止 ぜったいせいし
ουσιαστικό
- 01 απόλυτη ακινησία
絶念 ぜつねん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παραίτηση, εγκατάλειψη (ελπίδων, σχεδίων)
絶待 ぜつだい
ουσιαστικό
- 01 απόλυτο, απαράμιλλο, υπεροχή
絶対菜食主義者 ぜったいさいしょくしゅぎしゃ
ουσιαστικό
- 01 αυστηρά χορτοφάγος
絶飲食 ぜついんしょく
ουσιαστικό
- 01 νηστεία
絶対真空 ぜったいしんくう
ουσιαστικό
- 01 τέλειο κενό, απόλυτο κενό
絶勝 ぜっしょう
ουσιαστικό
- 01 εκθαμβωτικό μεγαλείο, υπέροχη θέα
絶対論 ぜったいろん
ουσιαστικό
- 01 απολυταρχία (φιλοσ.)
絶滅危機 ぜつめつきき
ουσιαστικό
- 01 κίνδυνος εξαφάνισης (ενός είδους)
絶対湿度 ぜったいしつど
ουσιαστικό
- 01 απόλυτη υγρασία
絶対貧困 ぜったいひんこん
ουσιαστικό
- 01 απόλυτη φτώχεια