130 αποτελέσματα για «耳»
耳鼻咽喉 じびいんこう
ουσιαστικό
- 01 αυτί, μύτη και λαιμός
耳かす みみかす
ουσιαστικό
- 01 κερί αυτιού, κυψελίδα
耳嚢 じのう
ουσιαστικό
- 01 ακουστική κύστη
耳腔 じこう
ουσιαστικό
- 01 εσωτερικό του αυτιού
耳下腺炎 じかせんえん
ουσιαστικό
- 01 παρωτίτιδα
耳偏 みみへん
ουσιαστικό
- 01 το ριζικό του αυτιού που τοποθετείται στην αριστερή πλευρά ενός χαρακτήρα κάντζι
耳炎 じえん
ουσιαστικό
- 01 ωτίτιδα, φλεγμονή του αυτιού
耳ざとい みみざとい
επίθετο
- 01 οξυήκοος, αυτός που ακούει πολύ εύκολα ή γρήγορα κάτι, αυτός που αντιλαμβάνεται αμέσως τα νέα ή τις πληροφορίες
耳珠 じじゅ
ουσιαστικό
- 01 τράγος (μικρό χόνδρινο πτερύγιο μπροστά από το εξωτερικό άνοιγμα του αυτιού), τράγοι, αντίλοβος
耳貝 みみがい
ουσιαστικό
- 01 μιμιγκάι, αχάτης αυτί του γαϊδάρου (Haliotis asinina)
耳鼻咽喉専門医 じびいんこうせんもんい
ουσιαστικό
- 01 ωτορινολαρυγγολόγος
耳が肥えている みみがこえている
άλλο, ρήμα
- 01 διαθέτω μουσικό αυτί, έχω κριτική ικανότητα στη μουσική
耳疾 じしつ
ουσιαστικό
- 01 λοιμώξεις ή παθήσεις του αυτιού
耳漏 じろう
ουσιαστικό
- 01 κυψελίδα, ωτόρροια
耳こすり みみこすり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ψιθύρισμα στο αυτί κάποιου
- 02 κακόβουλο σχόλιο, υποτιμητική αιχμή, υπονοούμενο
耳絎 みみぐけ
ουσιαστικό
- 01 τυφλή βελονιά σε υφασμάτινη ακμή (ουγιές) που σχηματίζει δίπλωση, πιέτα, περιθώριο κ.λπ.
耳ピ みみピ
ουσιαστικό
- 01 τρύπημα αυτιού, σκουλαρίκι
耳を揃えて みみをそろえて
άλλο
- 01 εξοφλώ πλήρως
耳落 みみおち
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκοπή ακμών, κόψιμο ακμών
耳鼻科学 じびかがく
ουσιαστικό
- 01 ωτορινολαρυγγολογία