167 αποτελέσματα για «落»

落語研究会 らくごけんきゅうかい

ουσιαστικό

  1. 01 σύλλογος έρευνας ρακούγκο, όμιλος έρευνας ρακούγκο
落莫 らくばく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 έρημος, μελαγχολικός, μοναχικός
落花狼藉 らっかろうぜき

ουσιαστικό

  1. 01 αποχαλινωμένος, προβαίνω σε βιαιοπραγίες, σε κατάσταση απόλυτης αταξίας
落とし格子 おとしこうし

ουσιαστικό

  1. 01 σιδηρόφρακτη πύλη (σε κάστρο)
落ち口 おちぐち

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή καταρράκτη
  2. 02 στόμιο αγωγού, έξοδος αποχέτευσης
  3. 03 στόμιο, ρύγχος (π.χ. ποτιστηριού)
  4. 04 αρχή καταρράκτη
落ち穂拾い おちぼひろい

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογή των υπολειμμάτων της σοδειάς που μένουν στο χωράφι μετά τον θερισμό
落月 らくげつ

ουσιαστικό

  1. 01 φεγγάρι που δύει, δύση του φεγγαριού στη Δύση
落下傘部隊 らっかさんぶたい

ουσιαστικό

  1. 01 αλεξιπτωτιστές
落書 らくしょ

ουσιαστικό

  1. 01 ιστορικό γκραφίτι, ανώνυμο σατιρικό γκραφίτι
  2. 02 μουτζούρα, σκαρίφημα, γκραφίτι
落雪 らくせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χιονολίσθηση, μικρή χιονοστιβάδα
落としぶた おとしぶた

ουσιαστικό

  1. 01 καπάκι που ακουμπά απευθείας πάνω στο φαγητό, ξύλινο καπάκι που μπαίνει μέσα στο σκεύος για το σιγοβράσιμο
落選者 らくせんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αποτυχών υποψήφιος, ηττημένος υποψήφιος, υποψήφιος που δεν εξελέγη
落雷にあう らくらいにあう

άλλο, ρήμα

  1. 01 κεραυνοβολούμαι
落手 らくしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παραλαβή (π.χ. επιστολής), έλευση στα χέρια, επιβεβαίωση παραλαβής
  2. 02 κακή κίνηση, λανθασμένη κίνηση
落飾 らくしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κούρεμα των μαλλιών πριν την είσοδο σε μοναστήρι, κουρά
落慶 らっけい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εορτασμός για την ολοκλήρωση της ανέγερσης ναού ή ιερού
落窪物語 おちくぼものがたり

ουσιαστικό

  1. 01 Οτσικούμπο Μονογκατάρι, η ιστορία της Οτσικούμπο (παραμύθι τύπου Σταχτοπούτας από την περίοδο Χεϊάν)
落葉高木 らくようこうぼく

ουσιαστικό

  1. 01 φυλλοβόλο ψηλό δέντρο
落梅 らくばい

ουσιαστικό

  1. 01 πεσμένα άνθη δαμασκηνιάς, πεσμένοι καρποί δαμασκηνιάς
落丁本 らくちょうぼん

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο με ελλιπείς σελίδες