89 αποτελέσματα για «造»

造船台 ぞうせんだい

ουσιαστικό

  1. 01 ναυπηγική κλίνη, γλιστρίδα
造波抵抗 ぞうはていこう

ουσιαστικό

  1. 01 αντίσταση κυματισμού
  2. 02 οπισθέλκουσα κυματισμού
造設 ぞうせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ιδρύω (ένα ίδρυμα), στήνω (μια εγκατάσταση), κατασκευάζω (ένα κτίριο)
  2. 02 τοποθετώ ή εισάγω στο σώμα (π.χ. ένα τεχνητό όργανο)
造反者 ぞうはんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 στασιαστής, εξεγερμένος
造り主 つくりぬし

ουσιαστικό

  1. 01 δημιουργός, κατασκευαστής
造波抗力 ぞうはこうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 κυματική αντίσταση
  2. 02 κυματική οπισθέλκουσα
造船学会 ぞうせんがっかい

ουσιαστικό

  1. 01 ινστιτούτο ναυπηγών μηχανικών
造幣局 ぞうへいきょく

ουσιαστικό

  1. 01 Νομισματοκοπείο της Ιαπωνίας
  1. 01 δημιουργώ, φτιάχνω
  2. 02 φτιάχνω, κατασκευάζω, κάνω
  3. 03 δομή, κατασκευή
  4. 04 σωματική διάπλαση, σώμα