183 αποτελέσματα για «集»

集団発生 しゅうだんはっせい

ουσιαστικό

  1. 01 μαζική έξαρση (ασθένειας)
集票 しゅうひょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκέντρωση ψήφων, προσέλκυση ψήφων
  2. 02 συλλογή ψηφοδελτίων, καταμέτρηση ψήφων
集中化 しゅうちゅうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκέντρωση
集中制御 しゅうちゅうせいぎょ

ουσιαστικό

  1. 01 συγκεντρωτικός έλεγχος
集団意識 しゅうだんいしき

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογική συνείδηση
集積度 しゅうせきど

ουσιαστικό

  1. 01 βαθμός ολοκλήρωσης (π.χ. εξαρτήματα ανά τσιπ)
集団レイプ しゅうだんレイプ

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδικός βιασμός
集団検診 しゅうだんけんしん

ουσιαστικό

  1. 01 μαζική ιατρική εξέταση, συλλογικός προληπτικός έλεγχος
集合体恐怖症 しゅうごうたいきょうふしょう

ουσιαστικό

  1. 01 τρυποφοβία (φόβος για ανώμαλα μοτίβα ή συστάδες από μικρές τρύπες)
集団主義 しゅうだんしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογικότητα, ομαδική νοοτροπία, συλλογισμός
集団的防衛 しゅうだんてきぼうえい

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογική άμυνα
集群 しゅうぐん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σμήνος (ψαριών)
  2. 02 συγκέντρωση, ομαδοποίηση
  3. 03 συσσωμάτωση (φορτισμένων σωματιδίων)
  4. 04 σύνολο (ειδών)
集印 しゅういん

ουσιαστικό

  1. 01 επισκέπτομαι ναούς, ιερά ή τουριστικά αξιοθέατα για τη συλλογή αναμνηστικών σφραγίδων
集散地 しゅうさんち

ουσιαστικό

  1. 01 κέντρο διανομής, εμπορικό κέντρο
集団免疫 しゅうだんめんえき

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογική ανοσία
集魚灯 しゅうぎょとう

ουσιαστικό

  1. 01 φώτα προσέλκυσης ψαριών
集団安全保障 しゅうだんあんぜんほしょう

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογική ασφάλεια
集音機 しゅうおんき

ουσιαστικό

  1. 01 παραβολικός ανακλαστήρας (συσκευή συλλογής ήχου)
集会の自由 しゅうかいのじゆう

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ελευθερία της συνάθροισης
集合名詞 しゅうごうめいし

ουσιαστικό

  1. 01 συλλογικό ουσιαστικό