91 αποτελέσματα για «飲»

飲むべ のむべ

ουσιαστικό

  1. 01 άνθρωπος που του αρέσει το ποτό
飲酒検知器 いんしゅけんちき

ουσιαστικό

  1. 01 αλκοολόμετρο, συσκευή ελέγχου αλκοόλ
飲酒店 いんしゅてん

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα που σερβίρει ποτά, μπαρ
飲まれる のまれる

ρήμα

  1. 01 καταπίνομαι (από), κατακλύζομαι
  2. 02 καταβάλλομαι (από), υποκύπτω (λόγω δέους ή πίεσης)
飲み付ける のみつける

ρήμα

  1. 01 πίνω συστηματικά, πίνω επίμονα
飲み歩き のみあるき

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτερινή έξοδος σε μπαρ, γύρος των μπαρ
飲食街 いんしょくがい

ουσιαστικό

  1. 01 στοά με μπαρ και εστιατόρια
飲み残す のみのこす

ρήμα

  1. 01 αφήνω υπόλοιπο στο ποτήρι, δεν πίνω ολόκληρο το ρόφημα
飲み比べ のみくらべ

ουσιαστικό

  1. 01 γευστική δοκιμή ποτών, σύγκριση ποτών, παράλληλη δοκιμή
  2. 02 διαγωνισμός οινοποσίας, αναμέτρηση στο ποτό
飲み友 のみとも

ουσιαστικό

  1. 01 παρέα για ποτό
  1. 01 πίνω
  2. 02 καπνίζω
  3. 03 παίρνω