103 αποτελέσματα για «鬼»

鬼打ち豆 おにうちまめ

ουσιαστικό

  1. 01 καβουρδισμένα φασόλια σόγιας που σκορπίζονται για να διώξουν τα κακά πνεύματα
鬼太鼓 おにだいこ

ουσιαστικό

  1. 01 ονιντάικο, τύπος παραδοσιακής παράστασης με τύμπανα που εκτελείται για την απομάκρυνση των δαιμόνων
鬼太郎袋 きたろうぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 αδιαθεσία κατά τη μετακίνηση, σακούλα για τη ναυτία
鬼簿 きぼ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλογος νεκρών, νεκρολόγιο
鬼面人を威す きめんひとをおどす

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκφοβίζω με την εξωτερική μου εμφάνιση, χρησιμοποιώ μπλόφα για να τρομάξω, εκτοξεύω κούφιες απειλές
鬼面人を驚かす きめんひとをおどろかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 απειλώ με την εξωτερική μου εμφάνιση, χρησιμοποιώ μπλόφα για να εκφοβίσω, κάνω κούφιες απειλές
鬼の念仏 おにのねんぶつ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 προσευχή δαίμονα (θέμα της ζωγραφικής Ότσου-ε που απεικονίζει έναν δαίμονα να φορά μοναστικά ράσα και να κρατά ένα κουδούνι)
鬼になる おにになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 σκληραίνω την καρδιά μου, γίνομαι αμείλικτος
  2. 02 γίνομαι «τα» (στο κρυφτό κ.λπ.)
鬼娘 おにむすめ

ουσιαστικό

  1. 01 κορίτσι με αντιαισθητική και τρομακτική εμφάνιση, κορίτσι με κακό χαρακτήρα
  2. 02 δαιμονική γυναίκα (ρόλος σε μισεμόνο)
鬼手 きしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ασυνήθιστη κίνηση που αιφνιδιάζει τον αντίπαλο (στο γκο, στο σόγκι, κ.λπ.)
鬼手仏心 きしゅぶっしん

άλλο

  1. 01 σπλαχνική σκληρότητα, ανελέητο νυστέρι ενός συμπονετικού χειρουργού, χέρι δαίμονα και καρδιά Βούδα
鬼大嘴 オニオオハシ

ουσιαστικό

  1. 01 τοκό τουκάν (Ramphastos toco)
鬼殻焼き おにがらやき

ουσιαστικό

  1. 01 ονιγκάρα γιάκι, γαρίδα ή αστακός κομμένος κατά μήκος και ψημένος στη σχάρα
鬼熊 おにくま

ουσιαστικό

  1. 01 ονικουμά, τέρας που μοιάζει με μεγάλη αρκούδα και κλέβει ζώα της φάρμας
鬼縛り オニシバリ

ουσιαστικό

  1. 01 δάφνη η ψευδομεζέρεος (είδος θάμνου δάφνης)
鬼リピ おにリピ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επαναλαμβάνω ασταμάτητα, κάνω αμέτρητες φορές
鬼道 きどう

ουσιαστικό

  1. 01 κόσμος των πεινασμένων φαντασμάτων, βασίλειο των πρέτα
  2. 02 μαγεία, γοητεία
鬼遊び おにあそび

ουσιαστικό

  1. 01 κυνηγητό (παιδικό παιχνίδι), πιάσιμο
鬼ご おにご

ουσιαστικό

  1. 01 κυνηγητό (παιδικό παιχνίδι), πιάσιμο
鬼剣舞 おにけんばい

ουσιαστικό

  1. 01 ονικενμπάι (παραδοσιακός χορός της περιοχής Κιτακάμι, Ιουάτε)