95 αποτελέσματα για «鳥»

鳥卵学者 ちょうらんがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ωολόγος
鳥卵学 ちょうらんがく

ουσιαστικό

  1. 01 ωολογία (η μελέτη των αυγών των πτηνών)
鳥毛 とりげ

ουσιαστικό

  1. 01 πτέρωμα, φτερά
  2. 02 διακοσμητικά φτερά σε θήκη δόρατος ή κοντάρι
鳥足 とりあし

ουσιαστικό

  1. 01 πόδια πουλιού
鳥類学者 ちょうるいがくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ορνιθολόγος
鳥料理 とりりょうり

ουσιαστικό

  1. 01 πιάτο με κοτόπουλο, φαγητό του οποίου το κύριο συστατικό είναι το κοτόπουλο
鳥学 ちょうがく

ουσιαστικό

  1. 01 ορνιθολογία
鳥害 ちょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 ζημιά από πτηνά (π.χ. σε καλλιέργειες), ρύπανση από πτηνά (π.χ. σε αγροτικά προϊόντα)
鳥よけ とりよけ

ουσιαστικό

  1. 01 απωθητικό άγριων πουλιών, προστασία από άγρια πουλιά (συσκευή)
鳥肌立つ とりはだだつ

ρήμα

  1. 01 ανατριχιάζω
  2. 02 συγκινούμαι βαθιά, ανατριχιάζω από συγκίνηση, νιώθω ρίγος
鳥取女子短期大学 とっとりじょしたんきだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Βραχυπρόθεσμο Γυναικείο Κολλέγιο Τοτόρι
鳥取看護大学 とっとりかんごだいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Πανεπιστήμιο Νοσηλευτικής του Τοτόρι
鳥獣戯画 ちょうじゅうぎが

ουσιαστικό

  1. 01 Τσοτζούγκιγκα, κύλινδροι με ζώα που παίζουν (σειρά εικονογραφημένων κυλίνδρων του 12ου και 13ου αιώνα)
鳥取県警 とっとりけんけい

ουσιαστικό

  1. 01 Αστυνομία του νομού Τοτόρι (συντ.)
  1. 01 πουλί
  2. 02 κοτόπουλο