1588 αποτελέσματα για «一»

一荘 イーチャン

ουσιαστικό

  1. 01 μία πλήρης παρτίδα (που αποτελείται από τους γύρους ανατολής, νότου, δύσης και βορρά)
一般開業医 いっぱんかいぎょうい

ουσιαστικό

  1. 01 γενικός ιατρός που ασκεί ιδιωτικό επάγγελμα, πρωτοβάθμιος ιατρός, γενικός ιατρός
一重ね ひとかさね

ουσιαστικό

  1. 01 κοστούμι, σετ κουτιών
一世風靡 いっせいふうび

ουσιαστικό

  1. 01 κυριαρχώ στην εποχή μου, επηρεάζω καθοριστικά το πνεύμα των ανθρώπων
一般教書 いっぱんきょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 μήνυμα για την κατάσταση του έθνους
一上一下 いちじょういちげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανεβοκατεβαίνω
一般意志 いっぱんいし

ουσιαστικό

  1. 01 γενική βούληση, volonte generale
一撮み ひとつまみ

ουσιαστικό

  1. 01 πρέζα, λίγη ποσότητα, ένα κομμάτι
  2. 02 εύκολη νίκη
一次エネルギー いちじエネルギー

ουσιαστικό

  1. 01 πρωτογενής ενέργεια
一言一行 いちげんいっこう

ουσιαστικό

  1. 01 κάθε λέξη και πράξη
  2. 02 απλώς μια λέξη ή μια πράξη
一次記憶 いちじきおく

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτη μνήμη
一具 いちぐ

ουσιαστικό

  1. 01 ένα σετ
一荒れ ひとあれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύντομη καταιγίδα, διάστημα κακοκαιρίας
  2. 02 ξέσπασμα κακής διάθεσης
  3. 03 αναταραχή (π.χ. σε μια συνάντηση), θύελλα, διχόνοια
一文字笠 いちもんじがさ

ουσιαστικό

  1. 01 επίπεδο καπέλο από ψάθα ή μπαμπού
一天万乗 いってんばんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 ολόκληρη η αυτοκρατορία
一親等 いっしんとう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτος βαθμός συγγένειας
一般競争入札 いっぱんきょうそうにゅうさつ

ουσιαστικό

  1. 01 ανοιχτός διαγωνισμός, ανοιχτή ανταγωνιστική υποβολή προσφορών
一言居士 いちげんこじ

ουσιαστικό

  1. 01 άτομο που είναι πάντα έτοιμο να σχολιάσει κάθε θέμα, ετοιμόλογος επικριτής
一脈相通ずる いちみゃくあいつうずる

ρήμα

  1. 01 έχω κοινό σημείο, μοιράζομαι την ίδια βάση
一知半解 いっちはんかい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 επιφανειακή γνώση, ημιμάθεια