ひと

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σύντομη καταιγίδα, διάστημα κακοκαιρίας
  2. 02 ξέσπασμα κακής διάθεσης
  3. 03 αναταραχή (π.χ. σε μια συνάντηση), θύελλα, διχόνοια

Κλίση

Παρόν (απλό)
一荒れする
Παρόν (ευγενικό)
一荒れします
Άρνηση (απλή)
一荒れしない
Άρνηση (ευγενική)
一荒れしません
Παρελθόν (απλό)
一荒れした
Παρελθόν (ευγενικό)
一荒れしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
一荒れしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
一荒れしませんでした
Τε-μορφή
一荒れして
Δυνητική
一荒れできる
Προστακτική
一荒れしろ
Βουλητική
一荒れしよう
Υποθετική (ば)
一荒れすれば