299 αποτελέσματα για «半»

半官半民 はんかんはんみん

ουσιαστικό

  1. 01 ημικρατικός, ημιεπίσημος
半玉 はんぎょく

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητευόμενη γκέισα
半玉 はんたま

ουσιαστικό

  1. 01 μισή μερίδα από noodles ή τηγανητό ρύζι, μισή μπάλα (από noodles)
半荘 ハンチャン

ουσιαστικό

  1. 01 ημιγύρος (παιχνίδι που αποτελείται από έναν γύρο της ανατολής και έναν γύρο του νότου)
半量 はんりょう

ουσιαστικό

  1. 01 μισή ποσότητα
半永久 はんえいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ημιμόνιμος, ημιμονιμότητα
半睡 はんすい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ημικοιμισμένος
半道 はんみち

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 μισό ρι (μονάδα μέτρησης μήκους), στη μέση της διαδρομής
半焼け はんやけ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ημικαμένος, μισοψημένος, ατελώς ψημένος, ελαφρώς ψημένος
半年ごとに はんとしごとに

επίρρημα

  1. 01 ανά εξάμηνο, κάθε έξι μήνες
半陰陽 はんいんよう

ουσιαστικό

  1. 01 ερμαφρόδιτος, μεσοφυλικός, ανδρόγυνος, αμφιφυλόφιλος (χαρακτηριστικά)
半口 はんくち

ουσιαστικό

  1. 01 μισό μερίδιο
半月板 はんげつばん

ουσιαστικό

  1. 01 μηνίσκος
半切 はんせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κόψιμο στη μέση
  2. 02 ζωγραφική ή καλλιγραφία σε χαρτί μισού μεγέθους
  3. 03 χαρτί μισού μεγέθους
半身像 はんしんぞう

ουσιαστικό

  1. 01 προτομή ή πορτρέτο που απεικονίζει το άνω μέρος του σώματος
半切れ はんきれ

ουσιαστικό

  1. 01 μισό κομμάτι
半端物 はんぱもの

ουσιαστικό

  1. 01 περίσσευμα, ατελές σύνολο, διάφορα άχρηστα αντικείμενα
半独立 はんどくりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ημιανεξάρτητος
半減期 はんげんき

ουσιαστικό

  1. 01 χρόνος υποδιπλασιασμού
半靴 はんぐつ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλά παπούτσια, παπούτσια
  2. 02 άτυπα παπούτσια ιππασίας χωρίς λουράκι στον αστράγαλο