203 αποτελέσματα για «子»

子宮頸 しきゅうけい

ουσιαστικό

  1. 01 τράχηλος της μήτρας
子供部屋おじさん こどもべやおじさん

ουσιαστικό

  1. 01 ώριμος άνδρας που ζει ακόμα με τους γονείς του
子安観音 こやすかんのん

ουσιαστικό

  1. 01 κογιασου κανόν, προστάτιδα μποντισάτβα των παιδιών και του τοκετού
子の時 ねのとき

ουσιαστικό

  1. 01 μεσάνυχτα
子供の喧嘩に親が出る こどものけんかにおやがでる

άλλο, ρήμα

  1. 01 όταν τα παιδιά μαλώνουν οι γονείς επεμβαίνουν, η ανακατωσούρα των παιδιών φέρνει τους μεγάλους στα πράγματα
子ども兵 こどもへい

ουσιαστικό

  1. 01 παιδί-στρατιώτης
子を持って知る親の恩 こをもってしるおやのおん

άλλο

  1. 01 γίνομαι γονέας και έτσι αντιλαμβάνομαι την αξία των δικών μου γονέων
子院 しいん

ουσιαστικό

  1. 01 υποτελές ναΐδριο (shiin)
子鯨 こくじら

ουσιαστικό

  1. 01 κοκουτζίρα, μικρή φάλαινα
子家 こチャ

ουσιαστικό

  1. 01 παίκτης που δεν είναι ντίλερ
子操作 こそうさ

ουσιαστικό

  1. 01 υπολειτουργία
子授け こさずけ

ουσιαστικό

  1. 01 σύλληψη τέκνου μετά από επίσκεψη σε ναό, προσευχή, κ.λπ.
子構造体 ここうぞうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κοκοζοτάι (υποδομή, υποσύνολο)
子供顔 こどもがお

ουσιαστικό

  1. 01 παιδικό πρόσωπο, παιδική όψη, βρεφικό πρόσωπο
子画面 こがめん

ουσιαστικό

  1. 01 δευτερεύουσα οθόνη, υποοθόνη, αναδυόμενο παράθυρο
子癇前症 しかんぜんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 προεκλαμψία
子犬工場 こいぬこうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 εκτροφείο σκύλων με κακές συνθήκες, φάμπρικα παραγωγής κουταβιών
子宮脱 しきゅうだつ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόπτωση μήτρας
子宮腔 しきゅうくう

ουσιαστικό

  1. 01 κοιλότητα της μήτρας
子宮姦 しきゅうかん

ουσιαστικό

  1. 01 ενδομήτρια διείσδυση, τραχηλική διείσδυση