119 αποτελέσματα για «帰»

帰属価格 きぞくかかく

ουσιαστικό

  1. 01 τεκμαρτή τιμή
帰りなんいざ かえりなんいざ

άλλο

  1. 01 ας επιστρέψουμε στο σπίτι
帰納的関数 きのうてきかんすう

ουσιαστικό

  1. 01 αναδρομική συνάρτηση
帰化動物 きかどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 εξημερωμένο ζώο, εγκλιματισμένο ζώο
帰日 きにち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστροφή στην Ιαπωνία
帰還難民 きかんなんみん

ουσιαστικό

  1. 01 επαναπατρισθείς πρόσφυγας
帰園 きえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστροφή στο νηπιαγωγείο
  2. 02 επιστροφή στο σπίτι από το νηπιαγωγείο
帰塁 きるい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστροφή στη βάση (μετά από χτύπημα fly ball)
帰国生徒 きこくせいと

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής που επέστρεψε στην Ιαπωνία μετά από διαμονή στο εξωτερικό
帰化者 きかしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 πολιτογραφημένος πολίτης
帰宅ラッシュ きたくラッシュ

ουσιαστικό

  1. 01 απογευματινή ώρα αιχμής
帰宅ラン きたくラン

ουσιαστικό

  1. 01 τρέξιμο μετά τη δουλειά κατά την επιστροφή στο σπίτι
帰先遺伝 きせんいでん

ουσιαστικό

  1. 01 αντιστροφή, αταβισμός
帰伯 きはく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστροφή στη Βραζιλία
帰り荷 かえりに

ουσιαστικό

  1. 01 φορτίο επιστροφής
帰室 きしつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστροφή στο δωμάτιο κάποιου (σε νοσοκομείο, π.χ. μετά από χειρουργική επέμβαση)
帰陣 きじん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστροφή από το πεδίο της μάχης, επιστροφή στο στρατόπεδο
帰館 きかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιστροφή στην κατοικία κάποιου, επιστροφή στα καταλύματά κάποιου
  2. 02 επιστροφή στο σπίτι
  1. 01 επιστροφή στο σπίτι
  2. 02 φτάνω σε
  3. 03 οδηγώ σε
  4. 04 έχω ως αποτέλεσμα