しつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιστροφή στο δωμάτιο κάποιου (σε νοσοκομείο, π.χ. μετά από χειρουργική επέμβαση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
帰室する
Παρόν (ευγενικό)
帰室します
Άρνηση (απλή)
帰室しない
Άρνηση (ευγενική)
帰室しません
Παρελθόν (απλό)
帰室した
Παρελθόν (ευγενικό)
帰室しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
帰室しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
帰室しませんでした
Τε-μορφή
帰室して
Δυνητική
帰室できる
Προστακτική
帰室しろ
Βουλητική
帰室しよう
Υποθετική (ば)
帰室すれば