177 αποτελέσματα για «常»

常夜鍋 じょうやなべ

ουσιαστικό

  1. 01 είδος ζεστού πιάτου που μοιάζει με σαμπού-σαμπού, το οποίο περιέχει χοιρινό, σπανάκι κ.ά.
常識テスト じょうしきテスト

ουσιαστικό

  1. 01 τεστ γενικών γνώσεων
常識哲学 じょうしきてつがく

ουσιαστικό

  1. 01 φιλοσοφία της κοινής λογικής
常時雇用 じょうじこよう

ουσιαστικό

  1. 01 πλήρης απασχόληση
常緑植物 じょうりょくしょくぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 αειθαλές φυτό
常座 じょうざ

ουσιαστικό

  1. 01 τζόζα (θέση πίσω δεξιά στη σκηνή του νο)
常平倉 じょうへいそう

ουσιαστικό

  1. 01 σιταποθήκη, αποθεματικό ρυζιού
常寧殿 じょうねいでん

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικείος ξενώνας (του εσωτερικού ανακτόρου Χεϊάν)
常磐津節 ときわずぶし

ουσιαστικό

  1. 01 στυλ αφηγηματικού τραγουδιού τζορούρι που χρησιμοποιείται για τους χορούς καμπούκι
常用対数 じょうようたいすう

ουσιαστικό

  1. 01 δεκαδικός λογάριθμος, λογάριθμος με βάση το δέκα
常滑焼き とこなめやき

ουσιαστικό

  1. 01 κεραμικά Τοκοναμέ
常用癖 じょうようへき

ουσιαστικό

  1. 01 εθισμός, εξάρτηση
常置委員会 じょうちいいんかい

ουσιαστικό

  1. 01 μόνιμη επιτροπή
常微分方程式 じょうびぶんほうていしき

ουσιαστικό

  1. 01 συνήθης διαφορική εξίσωση
常用手段 じょうようしゅだん

ουσιαστικό

  1. 01 συνήθης πρακτική, παλιό κόλπο, συνήθης τρόπος δράσης, η ίδια παλιά τακτική
常人逮捕 じょうじんたいほ

ουσιαστικό

  1. 01 σύλληψη από πολίτη
常識判断 じょうしきはんだん

ουσιαστικό

  1. 01 κρίση βάσει κοινής λογικής
常駐プログラム じょうちゅうプログラム

ουσιαστικό

  1. 01 πρόγραμμα παραμονής στη μνήμη, πρόγραμμα τερματισμού και παραμονής στη μνήμη
とこ

πρόθημα

  1. 01 σταθερός, αμετάβλητος, αιώνιος
常しなえ とこしなえ

επίθετο

  1. 01 αιωνιότητα