244 αποτελέσματα για «強»

強制収容 きょうせいしゅうよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναγκαστικός εγκλεισμός, εγκλεισμός, κράτηση με νόμιμη ισχύ
強制わいせつ きょうせいわいせつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάχρηση γενετήσιας αξιοπρέπειας, αναγκαστική προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας
強飯 こわめし

ουσιαστικό

  1. 01 κοβαμέσι, κολλώδες ρύζι με κόκκινα φασόλια (που καταναλώνεται σε εορταστικές περιστάσεις), ρύζι για μότσι με κόκκινα φασόλια
強飯 ごうはん

ουσιαστικό

  1. 01 τελετή κατά την οποία κάποιος αναγκάζεται να καταναλώσει μεγάλη ποσότητα ρυζιού (όπως η τελετή Σουγκέντο της 2ας Απριλίου στον ναό Ρινότζι του Νίκο)
強奪者 ごうだつしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ληστής, πλιατσικολόγος
強行採決 きょうこうさいけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιβεβλημένη ψήφιση (ενός νομοσχεδίου, μέτρου, ψηφίσματος κ.λπ.), αυθαίρετη επιβολή, εξαναγκαστική έγκριση
強制移住 きょうせいいじゅう

ουσιαστικό

  1. 01 αναγκαστική μετοίκηση
強調表示 きょうちょうひょうじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επισημάνση, υπογράμμιση
強情っ張り ごうじょうっぱり

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ξεροκέφαλος, πεισματάρης, ξεροκεφαλιά, πείσμα
強談 ごうだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σκληρές διαπραγματεύσεις
強壮薬 きょうそうやく

ουσιαστικό

  1. 01 τονωτικό, αναζωογονητικό
強情我慢 ごうじょうがまん

ουσιαστικό

  1. 01 πεισματάρης και ισχυρογνώμων
強迫性障害 きょうはくせいしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, ιδεοψυχαναγκασμός
強震 きょうしん

ουσιαστικό

  1. 01 ισχυρός σεισμός
強迫神経症 きょうはくしんけいしょう

ουσιαστικό

  1. 01 ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, OCD
強弩 きょうど

ουσιαστικό

  1. 01 ισχυρό τόξο, σκληρό τόξο
強制わいせつ罪 きょうせいわいせつざい

ουσιαστικό

  1. 01 αδίκημα προσβλητικής γενετήσιας πράξης
強制調査 きょうせいちょうさ

ουσιαστικό

  1. 01 αναγκαστικός έλεγχος, υποχρεωτική έρευνα
強電 きょうでん

ουσιαστικό

  1. 01 ισχυρά ρεύματα
強制結婚 きょうせいけっこん

ουσιαστικό

  1. 01 καταναγκαστικός γάμος