強行採決
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιβεβλημένη ψήφιση (ενός νομοσχεδίου, μέτρου, ψηφίσματος κ.λπ.), αυθαίρετη επιβολή, εξαναγκαστική έγκριση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 強行採決する
- Παρόν (ευγενικό)
- 強行採決します
- Άρνηση (απλή)
- 強行採決しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 強行採決しません
- Παρελθόν (απλό)
- 強行採決した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 強行採決しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 強行採決しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 強行採決しませんでした
- Τε-μορφή
- 強行採決して
- Δυνητική
- 強行採決できる
- Προστακτική
- 強行採決しろ
- Βουλητική
- 強行採決しよう
- Υποθετική (ば)
- 強行採決すれば
- Υποθετική (たら)
- 強行採決したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 強行採決したい
- Απαγορευτική (~な)
- 強行採決するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 強行採決しなさい
- Παθητική
- 強行採決される
- Αιτιατική
- 強行採決させる