184 αποτελέσματα για «成»
成長曲線 せいちょうきょくせん
ουσιαστικό
- 01 λογιστική καμπύλη, καμπύλη ανάπτυξης
成長を阻む せいちょうをはばむ
άλλο, ρήμα
- 01 ανακόπτω την ανάπτυξη (π.χ. φυτών, κάποιου), εμποδίζω την ανάπτυξη
成長産業 せいちょうさんぎょう
ουσιαστικό
- 01 αναπτυσσόμενος κλάδος
成り込む なりこむ
ρήμα
- 01 ενσωματώνω
成業 せいぎょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ολοκλήρωση της εργασίας κάποιου
成吉思汗 ジンギスかん
ουσιαστικό
- 01 τζινγκισουκάν, πιάτο με ψητό πρόβειο κρέας και λαχανικά
- 02 σχάρα από χυτοσίδηρο με εγκοπές (που χρησιμοποιείται για το τζινγκισουκάν)
成績証明書 せいせきしょうめいしょ
ουσιαστικό
- 01 αναλυτική βαθμολογία, πιστοποιητικό αναλυτικής βαθμολογίας
成り掛ける なりかける
ρήμα
- 01 είμαι στα πρόθυρα, βρίσκομαι στο χείλος, πλησιάζω
成桂 なりけい
ουσιαστικό
- 01 προαχθείς ίππος (στο σκάκι)
成人教育 せいじんきょういく
ουσιαστικό
- 01 εκπαίδευση ενηλίκων
成年者 せいねんしゃ
ουσιαστικό
- 01 ενήλικας, πρόσωπο ενήλικο
成牛 せいぎゅう
ουσιαστικό
- 01 ενήλικο βόειο, ώριμο βόειο
成ろう事なら なろうことなら
άλλο
- 01 αν είναι δυνατόν, αν το επιτρέπουν οι συνθήκες
成長小説 せいちょうしょうせつ
ουσιαστικό
- 01 μυθιστόρημα διαμόρφωσης (εκπαίδευσης), μυθιστόρημα ανάπτυξης χαρακτήρα, μυθιστόρημα που παρακολουθεί την πνευματική, ηθική, ψυχική ή κοινωνική εξέλιξη ενός νέου ανθρώπου, μυθιστόρημα μαθητείας
成るように成る なるようになる
άλλο, ρήμα
- 01 ό,τι είναι να γίνει θα γίνει, τα πράγματα συμβαίνουν όπως είναι να συμβούν, αφήνω τα πράγματα να πάρουν τον δρόμο τους
成る丈 なるたけ
επίρρημα
- 01 όσο το δυνατόν περισσότερο, όσο αντέχει κανείς, όπου είναι εφικτό, αν είναι δυνατόν
成蹊大学 せいけいだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Σέικεϊ
成るべくなら なるべくなら
άλλο
- 01 αν είναι δυνατόν, κατά προτίμηση, αν το επιτρέπουν οι περιστάσεις
成駒 なりこま
ουσιαστικό
- 01 προαγμένο πιόνι
成道会 じょうどうえ
ουσιαστικό
- 01 Τζόντο-έ, βουδιστική εορτή στις 8 Δεκεμβρίου για τον εορτασμό της φώτισης του Σακιαμούνι