137 αποτελέσματα για «押»

押しピン おしピン

ουσιαστικό

  1. 01 πινέζα
押しこくる おしこくる

ρήμα

  1. 01 σπρώχνω με δύναμη
押し子 おしこ

ουσιαστικό

  1. 01 έμβολο (σύριγγας)
押紙 おしがみ

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτί πάνω στο οποίο επικολλώνται ερωτήσεις και σχόλια
  2. 02 χαρτί υποστήριξης
  3. 03 στουπόχαρτο
押し目買い おしめがい

ουσιαστικό

  1. 01 αγορά σε διορθωτική πτώση των τιμών
押し傷 おしきず

ουσιαστικό

  1. 01 μώλωπας, χτύπημα (σε φρούτα κ.λπ.)
押し入り おしいり

ουσιαστικό

  1. 01 διάρρηξη, διαρρήκτης
押し目 おしめ

ουσιαστικό

  1. 01 υποχώρηση, μικρή κάμψη (στις τιμές των μετοχών)
押し絵 おしえ

ουσιαστικό

  1. 01 ανάγλυφη υφασμάτινη εικόνα
押っ被さる おっかぶさる

ρήμα

  1. 01 κρέμομαι από πάνω, καλύπτω
  2. 02 αναλαμβάνω ευθύνη, γίνομαι βάρος
押っ放り出す おっぽりだす

ρήμα

  1. 01 πετάω έξω, απολύω, εκδιώκω, εγκαταλείπω, παρατάω, αμελώ
押し競 おしくら

ουσιαστικό

  1. 01 παιδικό παιχνίδι στο οποίο (τουλάχιστον τρία) άτομα στέκονται πλάτη με πλάτη και σπρώχνουν έντονα προς τα πίσω
押船 おしぶね

ουσιαστικό

  1. 01 ωθητικό πλοιάριο, πλοίο ώθησης, ρυμουλκό
押し掛け客 おしかけきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 ανεπιθύμητος επισκέπτης
押切帳 おしきりちょう

ουσιαστικό

  1. 01 τετράδιο καταγραφής χρηματικών εισπράξεων
押し割り麦 おしわりむぎ

ουσιαστικό

  1. 01 συμπιεσμένο κριθάρι
押して おして

επίρρημα

  1. 01 με το ζόρι, αναγκαστικά, πιεστικά
  2. 02 παρά, ενάντια, σε πείσμα
押しかけ おしかけ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοπρόσκλητος (επισκέπτης)
押し回し おしまわし

ουσιαστικό

  1. 01 πιέζω κάτι και το στρίβω ενώ παραμένει πιεσμένο (π.χ. τάπα αερίου, μπουζί)
押さえ溝 おさえみぞ

ουσιαστικό

  1. 01 αυλάκωση στο σώμα του ξύλινου πλανιού η οποία συγκρατεί τη λεπίδα