142 αποτελέσματα για «持»
持続勃起症 じぞくぼっきしょう
ουσιαστικό
- 01 πριαπισμός
持たせる もたせる
ρήμα
- 01 αναθέτω σε κάποιον να κρατήσει κάτι, επιτρέπω σε κάποιον να έχει κάτι, δίνω
- 02 βάζω κάποιον να μεταφέρει κάτι, στέλνω κάτι με κάποιον
- 03 διατηρώ, συντηρώ
- 04 αναγκάζω κάποιον να πληρώσει (π.χ. τον λογαριασμό), επιβαρύνω κάποιον με κάτι
- 05 γεννώ ελπίδες σε κάποιον
持ちキャラ もちキャラ
ουσιαστικό
- 01 χαρακτήρας που επιλέγει ο παίκτης (σε παιχνίδι μάχης)
持てる者と持たざる者 もてるものともたざるもの
άλλο
- 01 έχοντες και μη έχοντες
持参人 じさんにん
ουσιαστικό
- 01 κομιστής
持続可能な開発目標 じぞくかのうなかいはつもくひょう
άλλο, ουσιαστικό
- 01 στόχοι βιώσιμης ανάπτυξης, ΣΒΑ
持ちがよい もちがいい
άλλο, επίθετο
- 01 ανθεκτικός, που διαρκεί πολύ, που διατηρείται καλά
持ち方 もちかた
ουσιαστικό
- 01 τρόπος κρατήματος (πινέλου γραφής, ξυλακίων κ.λπ.), τρόπος συγκράτησης
- 02 κάτοχος, αυτός που κρατάει κάτι
持ち回り閣議 もちまわりかくぎ
ουσιαστικό
- 01 περιφερόμενο υπουργικό συμβούλιο
持ちの良い もちのいい
άλλο, επίθετο
- 01 ανθεκτικός, αντοχής, που διατηρείται για πολύ καιρό
持続可能な開発 じぞくかのうなかいはつ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 βιώσιμη ανάπτυξη
持ち票 もちひょう
ουσιαστικό
- 01 κατανομή ψήφων, εκχώρηση ψήφων (π.χ. σε κράτη μέλη του ΟΗΕ)
持ち合い もちあい
ουσιαστικό
- 01 ενότητα, ισότιμη αντιστοίχιση, αλληλεξάρτηση
- 02 σταθερότητα (τιμής αγοράς), διακράτηση, αμεταβλητότητα
持ち帰り残業 もちかえりざんぎょう
ουσιαστικό
- 01 υπερωριακή εργασία στο σπίτι, ο χρόνος που αφιερώνεται σε εργασία που παίρνει κάποιος μαζί του στο σπίτι
持てる もてる
ρήμα, άλλο
- 01 μπορώ να κατέχω (κρατώ, αποκτώ, κ.λπ.)
- 02 είμαι δημοφιλής, είμαι αγαπητός, καλομαθαίνομαι (κακομαθαίνω, περιποιούμαι υπερβολικά, κ.λπ.), τυγχάνω θερμής υποδοχής
- 03 αντέχω (στη δοκιμασία του χρόνου, στα στοιχεία της φύσης, κ.λπ.), διαρκώ
- 04 κατεχόμενος, κρατούμενος
- 05 πλούσιος, εύπορος, ευκατάστατος
持禁 もちきん
ουσιαστικό
- 01 απαγορευμένος προς δανεισμό (π.χ. βιβλίου από βιβλιοθήκη)
持ち小屋 もちごや
ουσιαστικό
- 01 μικρό σπιτάκι για παιχνίδι
持ち戻り もちもどり
ουσιαστικό
- 01 επιστροφή δέματος στην αποθήκη μετά από ανεπιτυχή απόπειρα παράδοσης
持ち高 もちだか
ουσιαστικό
- 01 θέση (χρηματοοικονομική)
持て モテ
ουσιαστικό
- 01 έχω πέραση (ιδιαίτερα στο αντίθετο φύλο), είμαι συμπαθής