1264 αποτελέσματα για «日»
日系 にっけい
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικής καταγωγής
- 02 μη Ιάπωνας ιαπωνικής καταγωγής, νικκέιτζιν
- 03 εταιρεία κλπ. ιδρυμένη με ιαπωνικά κεφάλαια, εταιρεία διοικούμενη από Ιάπωνες ή μη Ιάπωνες ιαπωνικής καταγωγής
日本文学 にほんぶんがく
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική λογοτεχνία
日本式 にほんしき
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό στυλ
- 02 μεταγραφή Νιχόν-σίκι (της ιαπωνικής γλώσσας)
日銭 ひぜに
ουσιαστικό
- 01 ημερήσιο εισόδημα σε μετρητά, χρήματα που καταβάλλονται με καθημερινές δόσεις
日本各地 にほんかくち
ουσιαστικό
- 01 σε ολόκληρη την Ιαπωνία
日給 にっきゅう
ουσιαστικό
- 01 ημερομίσθιο
日本初 にほんはつ
ουσιαστικό
- 01 το πρώτο του είδους του στην Ιαπωνία
日銀 にちぎん
ουσιαστικό
- 01 Τράπεζα της Ιαπωνίας, ΤΙ
日が差す ひがさす
άλλο, ρήμα
- 01 λάμπω (για τον ήλιο)
日本画 にほんが
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική ζωγραφική, έργο ιαπωνικού στυλ, νιχόνγκα
日没後 にちぼつご
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 μετά τη δύση του ηλίου
日本料理 にほんりょうり
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική μαγειρική, ιαπωνική κουζίνα
日本企業 にほんきぎょう
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνική εταιρεία (επιχείρηση, φίρμα)
日曜学校 にちようがっこう
ουσιαστικό
- 01 κατηχητικό σχολείο
日耳曼 ゲルマン
άλλο
- 01 γερμανικός (αναφορικά με λαούς, γλώσσα, πολιτισμό κ.λπ.)
日月 じつげつ
ουσιαστικό
- 01 ήλιος και σελήνη
- 02 χρόνος, μέρες και μήνες, έτη
- 03 Κυριακή και Δευτέρα
日本海軍 にほんかいぐん
ουσιαστικό
- 01 Αυτοκρατορικό Ναυτικό της Ιαπωνίας
日本庭園 にほんていえん
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικός κήπος, παραδοσιακός ιαπωνικός κήπος τοπίου
日射病 にっしゃびょう
ουσιαστικό
- 01 ηλίαση, θερμοπληξία
日参 にっさん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καθημερινή επίσκεψη σε ναό ή ιερό (για προσκύνημα)
- 02 συχνή επίσκεψη, καθημερινή επίσκεψη