135 αποτελέσματα για «油»
油断させる ゆだんさせる
άλλο, ρήμα
- 01 εφησυχάζω κάποιον, αποκοιμίζω την προσοχή κάποιου
油目鑢 あぶらめやすり
ουσιαστικό
- 01 υπερλεπτή ράσπα, υπερλεπτή λίμα
油圧作動油 ゆあつさどうゆ
ουσιαστικό
- 01 υδραυλικό λάδι, υδραυλικό υγρό
油脂化学 ゆしかがく
ουσιαστικό
- 01 ελαϊκή χημεία, χημεία λιπών και ελαίων
油茅 あぶらがや
ουσιαστικό
- 01 αμπουραγκάγια (φυτό του γένους Σκίρπος, Scirpus wichurai)
油ペイント あぶらペイント
ουσιαστικό
- 01 ελαιοχρώμα
油柑 ゆかん
ουσιαστικό
- 01 εμπλικό, ινδικό φραγκοστάφυλο (Phyllanthus emblica), άμλα, αμαλίκα
油タレ あぶらタレ
ουσιαστικό
- 01 στάξιμο λαδιού
油搾り器 あぶらしぼりき
ουσιαστικό
- 01 ελαιοτριβείο, πρέσα λαδιού
油鰈 あぶらがれい
ουσιαστικό
- 01 αβουραγκαρέι (είδος πλατύψαρου της Καμτσάτκα, Atheresthes evermanni)
油井管 ゆせいかん
ουσιαστικό
- 01 σωλήνας πετρελαιοπηγής
油母頁岩 ゆぼけつがん
ουσιαστικό
- 01 ελαιοφόρος σχιστόλιθος
油が切れる あぶらがきれる
άλλο, ρήμα
- 01 ξεμένω από λάδι, χρειάζομαι λίπανση
- 02 ξεμένω από ενέργεια, χάνω τη φόρα μου
油ならし あぶらならし
ουσιαστικό
- 01 αστάρωμα (μαγειρικά σκεύη), η διαδικασία ψησίματος ενός προστατευτικού στρώματος λαδιού στην επιφάνεια των μαγειρικών σκευών
油脂植物 ゆししょくぶつ
ουσιαστικό
- 01 ελαιούχο φυτό
油こし あぶらこし
ουσιαστικό
- 01 σουρωτήρι λαδιού
油化 ゆか
ουσιαστικό
- 01 πετροχημεία, πετροχημική βιομηχανία
油濁 ゆだく
ουσιαστικό
- 01 πετρελαϊκή ρύπανση (σε ποτάμια, θάλασσες, κ.λπ.), διαρροή πετρελαίου
油圧ポンプ ゆあつポンプ
ουσιαστικό
- 01 υδραυλική αντλία
油圧モーター ゆあつモーター
ουσιαστικό
- 01 υδραυλικό μοτέρ