147 αποτελέσματα για «浮»

浮心 ふしん

ουσιαστικό

  1. 01 κέντρο άνωσης
浮動株 ふどうかぶ

ουσιαστικό

  1. 01 διαθέσιμες μετοχές σε κυκλοφορία
浮き魚 うきうお

ουσιαστικό

  1. 01 ψάρι που ζει κοντά στην επιφάνεια του νερού
浮貸し うきがし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράνομος δανεισμός
浮き織り うきおり

ουσιαστικό

  1. 01 μπροκάρ
浮かばれない うかばれない

επίθετο

  1. 01 αδικαίος, που δεν βρίσκει ησυχία στον τάφο του, που δεν αναπαύεται εν ειρήνη
浮漂 ふひょう

ουσιαστικό

  1. 01 επιπλέων
浮いた ういた

άλλο

  1. 01 ερωτικός, φλερταδόρικος, ρομαντικός
  2. 02 ελαφρύς, επιπόλαιος
  3. 03 φανταχτερός
浮かされる うかされる

ρήμα

  1. 01 παρασύρομαι, παραληρώ, περιπίπτω σε παραλήρημα
浮利 ふり

ουσιαστικό

  1. 01 εύκολο χρήμα, γρήγορο κέρδος
浮力調整装置 ふりょくちょうせいそうち

ουσιαστικό

  1. 01 αντισταθμιστής πλευστότητας
浮かり うかり

επίρρημα

  1. 01 απερίσκεπτα, αλόγιστα, απρόσεκτα
浮き基礎 うききそ

ουσιαστικό

  1. 01 επιπλέουσα θεμελίωση
浮上高 ふじょうこう

ουσιαστικό

  1. 01 ύψος πτήσης, διάκενο κεφαλής
浮動ヘッド ふどうヘッド

ουσιαστικό

  1. 01 αιωρούμενη κεφαλή
浮動小数点コプロセッサ ふどうしょうすうてんコプロセッサ

ουσιαστικό

  1. 01 συμπροεπεξεργαστής κινητής υποδιαστολής
浮動小数点データ ふどうしょうすうてんデータ

ουσιαστικό

  1. 01 δεδομένα κινητής υποδιαστολής
浮動小数点レジスタ ふどうしょうすうてんレジスタ

ουσιαστικό

  1. 01 καταχωρητής κινητής υποδιαστολής
浮動小数点演算アクセラレータ ふどうしょうすうてんえんざんアクセラレータ

ουσιαστικό

  1. 01 επιταχυντής πράξεων κινητής υποδιαστολής
浮動小数点基数 ふどうしょうすうてんきすう

ουσιαστικό

  1. 01 βάση κινητής υποδιαστολής, ρίζα κινητής υποδιαστολής